ΑΡΘΡΟ

Του Γ.Κ. Χατζόπουλου

τ. Λυκειάρχη

 

 

  • Διαχρονικές αλήθειες

 

«…Εκ τώνδε τούτους εξεπίσταμαι καλώς παρηγμένους μισθοίσιν ειργάσθαι τάδε. Ουδέν γαρ ανθρώποισιν οιον άργυρος κακόν νόμισμ’ έβλαστε. Τούτο και πόλεις πορθεί, τόδ’ άνδρας εξανίστησιν δόμων, τοδ’ εκδιδάσκει και παραλλάσσει φρένας χρηστάς προς αισχρά πραγμαθ’ ίστασθαι βροτών πανουργίας δ’ έδειξεν ανθρώποις έχειν και παντός έργου δυσσέβειαν ειδέναι. Όσοι δε μισθαρνούντες ήνυσαν τάδε χρόνω ποτ’ εξέπραξαν ως δούναι δίκην…».

(=Από αυτούς ξέρω καλά πως εξαγοράσθηκαν αυτοί με χρήματα, ώστε να πράξουν αυτά. Γιατί δεν παρουσιάσθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους κανένα πράγμα τόσο κακό, όπως το χρήμα. Αυτό και πόλεις κυριεύει, αυτό ανθρώπους ξεσπιτώνει από τις εστίες τους, αυτό καθοδηγεί τέλεια και διαστρέφει τις δίκαιες γνώμες των ανθρώπων, ώστε να τρέπονται σε πράγματα αισχρά και υποδεικνύει συνήθως στους ανθρώπους να επιδίδονται σε πονηρές πράξεις και να γνωρίζουν κάθε ανόσιο έργο. Και όσοι εξαγορασμένοι με το χρήμα πράττουν αυτά, συνήθως με την πάροδο του χρόνου κάποτε τιμωρούνται) (Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στιχ. 293-304).

Πόσο η αλήθεια αυτού του λόγου του μεγάλου τραγικού ποιητή της αρχαιότητας Σοφοκλή, ειπωμένη με το στόμα του βασιλιά Κρέοντα, εξακολουθεί να ισχύει αναλλοίωτη στο διάβα των αιώνων!

Ο άνθρωπος για να καλυτερέψει τη ζωή του και να διευκολυνθεί στις συναλλαγές του επινόησε το χρήμα.

Οι αρχαίοι Αθηναίοι ανήγαγαν την κατασκευή του χρήματος σε τέχνη υψηλή, χρησιμοποιώντας τα ευγενή μέταλλα, όπως τον χρυσό, τον άργυρο και τον χαλκό, σε αντίθεση με τους Λάκωνες, οι οποίοι για να αποφύγουν τις ολέθριες επιπτώσεις στη ζωή τους από τη χρήση του επινόησαν και έθεσαν σε κυκλοφορία νομίσματα από σίδηρο, βαριά, άτεχνα και με μικρή αγοραστική αξία.

Παρ’ όλα αυτά και αυτοί δεν απέφυγαν τον προερχόμενο από το χρήμα πειρασμό (βλέπε περίπτωση Παυσανία).

Δυστυχώς ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να δημιουργήσει έναν δυναμικό συμπαραστάτη (δει χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων, Δημοσθένους, Ολυνθιακός, Α’, 20), ο οποίος θα βελτίωνε τη ζωή του, θα τον βοηθούσε σε μια άνετη ζωή, θα του συμπαραστεκόταν στη δημιουργία υψηλού πολιτισμού, αναμφίλεκτη έκφραση των πιο ευγενών συναισθημάτων, υποτάχθηκε σ’ αυτό ανεπαίσθητα, έγινε εκούσιος δούλος του, ξεστράτισε από την οδό των αγαθοεργιών και με τη βοήθειά του, πισθάγκωνα δεμένος στον Καύκασο της αφροσύνης, μεταβλήθηκε σε στυγνό δολοφόνο ψυχών και σωμάτων.

Ζούμε καθημερινά αυτό το όνειδος, που χαρακτηρίζει τον έμφρονα άνθρωπο με την τυφλή λογική και την παρανοϊκή ίππευσή του στο άτι της συμφοράς, αφού για τριάκοντα αργύρια πρόδωσε τον ίδιο το Θεό, το Θεό της ειλικρινούς αγάπης.

Καταναλώνει καθημερινά την ευστροφία και το νου του στην επινόηση και στη χρήση των πιο οδυνηρών μέσων αφαίρεσης ζωής ανθρώπων αθώων, που επιζητούν την ειρηνική ζωή, τη συναδέλφωση, τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη.

Η αφαίρεση κάθε τόσο της ζωής χιλιάδων ψυχών έγινε του συρμού. Τα δάκρυα, που δήθεν χύνονται κάθε τόσο, και είναι δάκρυα των δυνατών, που διασφαλίζουν εκμεταλλευόμενοι τον ιδρώτα και το αίμα του λαού, τον πακτωλό χρημάτων, τον οποίο διαθέτουν για την παραγωγή μέσων ομαδικών θανάτων, είναι δάκρυα κροκοδείλια, που επιχειρούν να συγκαλύψουν την κατάφορτη από τα ταπεινά συναισθήματα της ψυχής τους.

Φαίνεται πως το πάθος της αρχομανίας και της διατήρησης της εξουσίας είναι τόσο ισχυρό, ώστε στεγνώνει την ψυχή τους. και εύλογα διερωτάται κάποιος. Αφού τα πάντα είναι εφήμερα, αφού η εξουσία και η δύναμη, την οποία διασφαλίζει το χρήμα έχουν ημερομηνία λήξης, γιατί δεν συνετίζεται ο άνθρωπος; Γιατί από ελεύθερος καθίσταται δούλος του χρήματος;

Δεν αντιλαμβάνεται άραγε ο άνθρωπος ότι από δυναστευόμενος του χρήματος, μπορεί να γίνει αφέντης του και να το οδηγεί σε έργα ευποιίας, σε έργα υψηλού πολιτισμού, σε έργα ανακούφισης του φυσικού πόνου του ανθρώπου, σε εξάλειψη της πείνας, στον αφανισμό της προσφυγιάς, στην επίτευξη των υψηλών επιτευγμάτων, των οποίων τη σύλληψη και τη δημιουργία επινόησαν και πέτυχαν φωτεινά μυαλά, τα οποία αποτελούν το αλάτι της ζωής;

Αλήθεια ποιος καταράστηκε το έμφρον δημιούργημα του Θείου Δημιουργού, ώστε με τόση άνεση να σκορπά τη συμφορά, να μεταβάλλει σε ερείπια και στάχτες την ειρηνική ζωή, να προξενεί τον βαθύτατο πόνο, την ορφάνεια, την απογοήτευση, την απαισιοδοξία, να διογκώνει το μίσος και να κάνει σημαία του την οδύνη;

Θα δοθεί άραγε ποτέ απάντηση στα αγωνιώδη αυτά ερωτήματα ή ο σώφρων άνθρωπος θα συνεχίσει τον προσβλητικό ρόλο, που απάδει στο πιο τέλειο δημιούργημα του Θείου Δημιουργού;