ΑΡΘΡΟ

Του Δημήτρη Μαυρόπουλου

Δάσκαλου

Διευθυντή στο 15ο Δημοτικό Σχολειό Δράμας «Γεώργιος Βιζυηνός»

Αν η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα τότε γιατί το σπάνιο να είναι και πολύτιμο;

Διότι πολύτιμο είναι, ότι συντηρεί και διαιωνίζει τη ζωή και συνίσταται στο ελλόγιμο, εύτακτο στοιχείο, ας πούμε «η θέληση για δύναμη» στον Νίτσε, οπότε η εξαίρεση, έστω, έγκειται στο εύλογο, εύμορφο στοιχείο, όπως «-Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» στον Ντοστογιέφσκι.

Και αλλοίμονο, αν η εξαίρεση γινόταν κανόνας, τότε, όπως σοφά το τονίζει και πάλι ο Ντοστογιέφσκι, με μια δυνατή μεταφορά, «αν όλα τα πουλιά ήταν καλλικέλαδα τότε τα δάση θα ήταν βουβά».

Το πολύτιμο είναι χρηστικό, ενώ το σπάνιο ελευθεριακό.

Μολονότι, η νεωτερικότητα και ο κεφαλαιοκρατισμός, μετέβαλε στανικά το πολύτιμο σε ελευθεριακή συνιστώσα και το σπάνιο σε χρηστικό συστατικό!

Στην πορεία μετάβασης, λοιπόν, από την αξία χρήσης των αγαθών, όπως και των προϊόντων, στην ανταλλακτική αξία, άλλαξε και η μονάδα μέτρησης.

Επί παραδείγματι, το βόδι αντικαταστάθηκε με τον χρυσό.

Να σημειώσουμε ότι, τόσο το βόδι όσο και ο χρυσός χρησιμοποιήθηκαν και ως αξία παραλλαγής.

Ως αξία παραλλαγής μπορούν να παρομοιαστούν και τα κατά συνθήκην ψεύδη, με ακραιφνή απόληξη, να θεωρείται η θυσία του ενός για τους άλλους, π.χ. του Χριστού, ευπρόσδεκτη, αλλά η θυσία των πολλών για τον ένα να είναι απευκταία.

Έτσι, π.χ., η Αθηνά θα χαρακτηρίζεται βοϊδομάτα και τούτο το στοιχείο θα είναι ασυναγώνιστο κριτήριο της γυναικείας ομορφιάς, μαζί με εκείνη την περίφημη «ελληνική μύτη», που αν δεν την είχε η σαγηνευτική Κλεοπάτρα δεν θα άλλαζε ο ρους της Ιστορίας, κατά τον Βολταίρο.

Έτσι, η αναγόρευση των σπάνιων σε πολύτιμων, κατέστησε και τα ορυκτά και μεταλλεύματα σε γραμματικές μεταφορές, που επεξηγούσαν την πορεία προόδου, ανιούσα ή φθίνουσα, του ανθρωπίνου γένους.

Γι’ αυτό, ο Ησίοδος θα περιγράψει την κίνηση της ιστορίας αρνητικά, από το καλύτερο προς τον χειρότερο, ήτοι από το χρυσό γένος, στο αργυρό γένος, στο χάλκινο γένος, (ηρωικό γένος) και τέλος στο σιδερένιο γένος.

Με τον σίδερο, το πολύτιμο αυτό ορυκτό, όταν σφυρηλατείται, οπότε ευτελίζεται, συνδέεται και ο τενεκές, το χρηστικό δοχείο.

Αλλά ενώ στον τενεκέ θα αποθηκεύονται αγαθά, προϊόντα, εν γένει εμπορεύματα, εντούτοις ο τενεκές ενίοτε λειτουργεί και ως διαπαιδαγωγητικό και σωστικό μέσο.

Ο Νικήτας Κουμέντος σε ένα διήγημά του, αφηγείται την περιπέτεια δύο φίλων, στους οποίους προτάθηκε, από έναν γέρο και ασθενή καπετάνιο, που αποφάσισε να κοινολογήσει ένα μυστικό, να αναζητήσουν κάποιο θησαυρό, ο οποίος βρισκόταν σε ένα ξερονήσι μεταξύ Καλύμνου και Κω στα Δωδεκάνησα.

Η περαίωση, λοιπόν, στο ακατοίκητο νησί έγινε με βάρκα.

Όμως, πριν αρχίσουν να σκάβουν για να εξορύξουν τον κρυμμένο θησαυρό, ο ένας από αυτούς ανακοίνωσε στον άλλο, ό, τι έβρισκε ο καθένας θα ήταν δικό του, με την επιγραμματική φράση «Τενεκές μου και τενεκές σου».

Κατ’ αναλογία, τούτη ήταν η συμφωνία μεταξύ των βαλκανικών κρατών, πριν αρχίσουν τις εχθροπραξίες, το 1912, με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ότι κατακτούσε ο εκάστοτε στρατός θα άνηκε στην επικράτειά τους.

Αντιστοίχως, όποια εδάφη κατακτούσαν οι συμμαχικοί στρατοί στο Β’ Π.Π. σε αυτά θα επιβαλλόταν το πολιτικοκοινωνικό τους σύστημα, κατά τον Στάλιν.

Ως εκ τούτου, επανερχόμενοι στη διήγηση του Νισύριου συγγραφέα, ούτε η φιλία ίσχυε και φυσικά ο συνεταιρισμός εμφανίζονταν προβληματικός.

Έτυχε, οι λίρες να γεμίσουν τον τενεκέ του πλεονέκτη.

Στην επιστροφή ο άνεμος γύρισε από μαΐστρος σε τραμουντάνα και κινδύνευαν οι δυο «φίλοι» να πνιγούν.

Ο νουνεχής έκανε τον άδειο τενεκέ σωσίβιο και σώθηκε, ενώ ο άπληστος που δεν μπορούσε να αποχωριστεί την τύχη, η οποία μεταβλήθηκε σε ατυχία, θα ρωτήσει απελπισμένα, «-Κι εγώ τι θα κάνω;», για να λάβει την αφοπλιστική και αποστομωτική απάντηση, «Τενεκές μου και τενεκές σου, δεν είπες ;».

Τυχαίνει, ο τενεκές να χρησιμοποιηθεί και στις εθνικές διενέξεις, όταν η αποκατάσταση, ο αλυτρωτισμός, οι διεκδικήσεις, οι πραγματοποιήσεις των ιδεών, κ.ο.κ., συγκρούονται αμείλικτα μεταξύ τους και πολύ πριν ο κόσμος οδηγηθεί στον κοσμοπολιτισμό και τον διεθνισμό.

Ο Καζαντζάκης, στο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», παρουσιάζει τον ήρωα του να μπαίνει σε ένα βουλγαρικό χωριό, κατά τη διάρκεια του ανελέητου Μακεδονικού Αγώνα 1904 – 1908, και να το καίει με ένα τενεκέ πετρέλαιο.

Όταν όμως το υποκείμενο έχει καταστήσει αντικείμενο τον εαυτό του, δηλαδή μέσο, οπότε το συγκαταριθμεί, ίσως ακούσια, ισάξια με τα άλλα πράγματα που τον περιβάλλουν, λαμβάνοντας αξία, κύρος από αυτά, τότε όχι μόνον αλλοτριώνεται αλλά και φαντασιώνεται, ταυτοχρόνως φενακίζει εαυτόν και αλλήλους.

Ο Γεώργιος Σουρής σε κάποιο ποίημά του, στον «Ρωμιό», με τίτλο «Εις τενεκέν», θα διακωμωδήσει άμεσα την επιφανειακότατα, το απύθμενο, τη ρηχότητα, την οκνηρία και την απαξία ενίων και έμμεσα την δειλία, των πολλών, τον καιροσκοπισμό, το συμφέρον των εξουσιαστών, να την ανεχθούν και κατ’ επέκταση να την διαιωνίσουν προστατεύοντάς την.

Άλλωστε το κατεστημένο με ανίκανους, μοχθηρούς και αναξίους συντηρείται και αναπαράγεται και φυσικά θα παραγκωνίζει, όταν δεν διώκει απηνώς, εύσχημα και προσχηματικά, τους φίλεργους, τίμιους και δημιουργικούς.

Ως εκ τούτου, διόλου περίεργο που στέκεται εχθρικά διακείμενο σε κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια, άρα και λυσσαλέως θα πολεμά οτιδήποτε ανατρεπτικό και εξεγερτικό, όταν δεν το δυσφημεί.

Θα έλεγα, ορμώμενος από τον Κούντερα, ότι η καθεστηκυία τάξη πανηγυρίζει «τη γιορτή της ασημαντότητας».

Οι στίχοι, λοιπόν του σατιρικού ποιήματος, είναι οι εξής: «Σ’ ένα κήπο μια χαρά / κι από λούλουδα σπαρμένο / επέταξαν μια φορά / έναν τενεκέ σπασμένο. // Μαραθήκαν οι μοσκιές / εξεραθήκαν οι κρίνοι / μα ο καλός σου τενεκές / πάντα τενεκές θα μείνει».

Οι στίχοι του Σουρή μού φέρνουν στο νου το ποίημα του Σεφέρη «Το γιασεμί», αλλά μόνον που οι στίχοι του ποιητή είναι ελπιδοφόροι, αναγεννητικοί, «Είτε βραδιάζει / είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί //».

Κάποτε και η εμμονή στην προάσπιση της παράδοσης, λαϊκής και ορθόδοξης, εν αντιθέσει με τα σαρωτικά αλλότρια και αλλοτριωτικά μηνύματα από την Εσπερία, δύναται να παρομοιαστεί με αυτό που γράφει, νοσταλγικά, ο Κόντογλου, «Αβραμιαία πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οι άνθρωποι και γινήκανε σαν ξερίχια από τον πολιτισμό! Πάνε τα καλά χρόνια! Όλα γινότανε όπως τα ‘λεγε το τραγούδι: Πέφτανε στα ζεστά τους και παίρνανε έναν ύπνο, ώσπου αρχίζανε και χτυπούσανε οι καμπάνες από τις δώδεκα εκκλησιές της χώρας. Τι γλυκόφωνες καμπάνες! Όχι σαν τις κρύες τις ευρωπαϊκές, που θαρρείς πως είναι ντενεκεδένιες!».

Η παρομοίωση του ανθρώπου με τον τενεκέ παραπέμπει στον παύλειο λόγο, «Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον», διότι η επιδειξιομανία, η επιπολαιότητα, καθώς και η θρασύτητα, καθιστά το υποκείμενο, αρχικώς, γελοίο, ενίοτε και πάντοτε κοινωνικώς επικίνδυνο.

Προς Θεού, πρόθεση μας δεν είναι να εκθέσουμε, «μη κρίνετε ίνα μη κριθέτε», ενίους, συμπαθείς κατά τ’ άλλα, συνανθρώπους μας, για τους οποίους θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός, «ξεγάνωτος τενεκές», διότι αν μη τι άλλο η παρουσία τους στον κοινωνικό στίβο μπορεί να ιδωθεί ως «άλατι ηρτυμένος», για να μην προσθέσω και ως «δεδεμένα τω πνεύματι», άρα αναγκαίοι και επιβεβλημένοι για την εμβάθυνση της σκέψης και την εκλέπτυνση της συμπεριφοράς.

Με τον «ξεγάνωτο τενεκέ» συνδέεται έμμεσα και η συνομιλία εκείνου του αρχαίου κουρέα και τον πελάτη του.

«Πώς σε κείρω», ρωτάει ο πρώτος, για να λάβει την ετοιμόλογη απάντηση, «Σιωπών», πράγμα που δεν συμβαίνει με τον πάντα φλύαρο «τενεκέ» μας,

Άλλωστε, σήμερα εξέλειπαν οι προσηνείς γανωματήδες, μολονότι τούτοι επιδιόρθωναν χάλκινα σκεύη, όπως και είναι ασύμφορα οικονομικά, ταυτόχρονα χρονοβόρο, να συγκολληθούν με την ηλεκτροκόληση οι τενεκέδες, το πλαστικό τούς έχει αντικαταστήσει, έμεινε όμως η παροιμιώδης φράση για να λειτουργεί αφενός ως άλλοθι, για τις ενοχές της κοινωνίας και τις επιλογές της πολιτείας, αφετέρου ως αποδιοπομπαίος τράγος για τις αστοχίες και αποτυχίες αμφοτέρων.