«Αναπάντητα τα ερωτήματα για τη διασφάλιση της απασχόλησης, τη διαφάνεια, την πολυφωνία και τη βιωσιμότητα τους»

 

«Σήμερα συζητάμε ένα νομοσχέδιο για το θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής τηλεόρασης και δείτε μια συγκυρία. Στις 11 Ιουνίου του 2013, πριν 13 χρόνια, έπεσε το μαύρο στην ΕΡΤ. Είναι η επέτειος που το του μαύρο στην ενημέρωσε πήρε θεσμική υπόσταση με απόφαση της Κυβέρνησης Σαμαρά. Είμαστε η μόνη χώρα που έχουμε κλείσει τη δημόσια τηλεόραση», τόνισε ο Βουλευτής Δράμας Θ. Ξανθόπουλος, μιλώντας ως Ειδικός Αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια τη Βουλής.

«Η θέση μας είναι σαφής. Η περιφερειακή τηλεόραση χρειάζεται κανόνες, θεσμική θωράκιση αλλά και προοπτική», είπε και επισήμανε ότι το νομοσχέδιο αφήνει αναπάντητα τα βασικά ερωτήματα που αφορούν την διασφάλιση της βιωσιμότητας των περιφερειακών σταθμών, την ενίσχυση της πολυφωνίας και της απασχόλησης. «Η βασική μας διαφωνία δεν έγκειται στα επιμέρους άρθρα, πολλά από αυτά θα τα υπερψηφίσουμε, αλλά στη φιλοσοφία που διαπερνά το νομοσχέδιο. Δημιουργείται ένα μοντέλο περισσότερο συγκεντρωτικό, περισσότερο διοικητικό και λιγότερο προσαρμοσμένο στις ανάγκες των τοπικών μας κοινωνιών. Σε αρκετά κρίσιμα θέματα ο νόμος δεν δίνει σαφείς απαντήσεις, παραπέμπει σε μελλοντικές αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Και εδώ φυσικά, ξέροντας με τι Κυβέρνηση έχουμε να κάνουμε, ανασκουμπωνόμαστε και γινόμαστε επιφυλακτικοί. Τίποτα από όλα αυτά που αναφέρω δεν απαντώνται στο νομοσχέδιο. Όλα εν καιρώ από τον αρμόδιο Υπουργό. Κι αυτό βεβαίως δημιουργεί ανασφάλεια και στους εργαζόμενους και στους επιχειρηματίες αλλά και στις τοπικές κοινωνίες», υπογράμμισε.

«Η δεύτερη μεγάλη ένστασή μας αφορά στη βιωσιμότητα των τηλεοπτικών περιφερειακών σταθμών», πρόσθεσε, που δεν μπορεί, όπως είπε, να κρίνεται αποκλειστικά με λογιστικά μεγέθη γιατί η πραγματικότητα της περιφερειακής τηλεόρασης είναι πιο σύνθετη και έχει πολλές ιδιαιτερότητες, τις οποίες οφείλει να λάβει υπόψη της η Κυβέρνηση. «Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται και μένει αναπάντητο είναι γιατί φτάσαμε να συζητάμε το νομοσχέδιο αυτό μετά από επτά ολόκληρα χρόνια, κατά τα οποία η περιφερειακή τηλεόραση λειτουργούσε σ’ ένα καθεστώς αδιαφάνειας. Τι άλλαξε και επείγεται η κυβέρνηση να φέρει το νομοσχέδιο, χωρίς ευρεία διαβούλευση; Δημιουργείται ένα κενό, μια ασάφεια και κυρίως ερωτηματικά για τη στόχευση αυτής της πρωτοβουλίας», ανέφερε.

Επισήμανε επίσης, ότι η επιβαλλόμενη ενίσχυση της εργασίας χρειάζεται ένα συνολικό πλαίσιο που εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες απασχόλησης, επαγγελματική κατοχύρωση και προοπτική για τους εργαζόμενους στην ενημέρωση και εξέφρασε επιφυλάξεις για την διάταξη του άρθρου 32, που προβλέπει τη χορήγηση 10 εκ. ευρώ για υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος στον τομέα της διανομής του Τύπου, τα οποία εμφανίστηκαν αιφνιδίως μετά τη Διαβούλευση. «Όταν δημόσιοι πόροι διατίθενται, η πολιτεία οφείλει να εξηγεί με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο, τον στόχο, το σκεπτικό, καθώς και τα κριτήρια κατανομής. Έτσι διασφαλίζεται ο υγιής ανταγωνισμός και η ενίσχυση ενός κρίσιμου τομέα δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αιφνιδιασμών», παρατήρησε.

«Χρειαζόμαστε κανόνες που να υπηρετούν την πολυφωνία, να ενισχύουν τη βιωσιμότητα των περιφερειακών μέσων και ταυτόχρονα να διασφαλίζουν τις συνθήκες εργασίας. Χρειαζόμαστε κανόνες που να υπηρετούν τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση αλλά και να έχουν στο επίκεντρο τον πολίτη, το δικαίωμά του στην ισομερή πληροφόρηση και όχι απλώς στη διοικητική διαχείριση της αγοράς. Η περιφερειακή ενημέρωση, και το λέω σαν Βουλευτής επαρχίας, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για μια δημοκρατία που θέλει να ακούγονται όλες οι φωνές. Χάνεται μια ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο, δίκαιο και ευρέως αποδεκτό πλαίσιο για την περιφερειακή τηλεόραση. Δεν μπορούμε να το ψηφίσουμε επί της αρχής αλλά θα ψηφίσουμε όσα άρθρα κρίνουμε θετικά», κατέληξε.