
Γράφει ο Θανάσης Σιουτόπουλος
Το προηγούμενο χρονικό διάστημα, μετά από σχετική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο για τον τρόπο τιμής των θυμάτων των Βουλγαρικών Κατοχών, επανήλθε στην επικαιρότητα η Εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1941 στη Δράμα και τα σκληρά αντίποινα του Βουλγαρικού στρατού Κατοχής.
Μάλιστα, τύχη αγαθή, τις μέρες που ακολούθησαν τη συγκεκριμένη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, έφεραν επισκέψεις στη Δράμα δύο συγγραφέων, οι οποίοι έχουν γράψει έργα σχετικά με την Εξέγερση τον Σεπτέμβριο του 1941. Ο λόγος επίσκεψης αμφότερων ήταν η συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις παρουσιάσεων βιβλίων. Ο λόγος για τον κ. Τάσο Χατζηαναστασίου, ο οποίος, μαζί με τον κ. Δημήτρη Πασχαλίδη, συνέγραψε το βιβλίο «Τα γεγονότα της Δράμας (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1941) Εξέγερση ή προβοκάτσια;» (Εκδ. ΔΕΚΠΟΤΑ Δήμου Δράμας, 2003), το οποίο μάλιστα τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 2004, και για τον κ. Σπύρο Κουζινόπουλος, ο οποίος συνέγραψε το βιβλίο «Δράμα 1941 Μια παρεξηγημένη εξέγερση» (Εκδ. Καστανιώτη, 2011), το οποίο ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2012.
Η Δράμα, όπως και πολλές περιοχές της χώρας, κουβαλά ακόμη εκκρεμότητες με το παρελθόν της. Εκκρεμότητες που δεν έχουν να κάνουν μόνο με την ιστορική έρευνα, αλλά και με τη συλλογική μνήμη. Γιατί η ιστορία δεν αποκαθίσταται μόνο στα βιβλία, αλλά όταν μια κοινωνία είναι έτοιμη να αναγνωρίσει το σύνολο των γεγονότων και των πρωταγωνιστών τους, ακόμη και αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αναθεωρήσει αφηγήσεις που κυριάρχησαν επί δεκαετίες.
Άλλωστε, είναι πολλά τα παραδείγματα που σελίδες της Ιστορίας μένουν μισογραμμένες, όχι γιατί απουσιάζει η γνώση των γεγονότων, αλλά επειδή εκλείπει η πολιτική και κοινωνική βούληση να ειπωθούν ολόκληρα και να αποτυπωθούν σύμφωνα με τις διαστάσεις που είχαν. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Εξέγερση της Δράμας, το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα αντίστασης στην κατεχόμενη Ελλάδα και ένα από τα πρώτα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, που όμως για δεκαετίες έμεινε εγκλωβισμένο σε αντιφατικές αφηγήσεις και πολιτικές σκοπιμότητες.
Η εξέγερση του Σεπτεμβρίου του 1941 στη Δράμα ήταν μια αντίδραση της υπόδουλης τοπικής κοινωνίας απέναντι στη Βουλγαρική Κατοχή, η οποία είχε επιβληθεί στην Ανατολική Μακεδονία μετά τη διάλυση του Ελληνικού κράτους το 1941. Η καταπίεση, οι διώξεις, οι εκτελέσεις και η προσπάθεια βίαιης αλλοίωσης της εθνικής ταυτότητας των κατοίκων δημιούργησαν ένα εκρηκτικό κοινωνικό κλίμα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, άνθρωποι της περιοχής αποφάσισαν να αντισταθούν. Στον πυρήνα αυτής της προσπάθειας βρέθηκαν κυρίως στελέχη και μέλη του Κ.Κ.Ε., το οποίο είχε αρχίσει να συγκροτεί δίκτυα αντίστασης σε όλη τη χώρα, χωρίς βέβαια να μην υπάρχουν συμμετέχοντες ακόμη και με εντελώς αντίθετες ιδεολογικές πεποιθήσεις.
Το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές της Εξέγερσης προέρχονταν κυρίως από τον χώρο του Κ.Κ.Ε., καθώς και ο συσχετισμός δυνάμεων μετά τον Εμφύλιο που διαμόρφωσε έναν τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας που συχνά απέκλειε ή υποβάθμιζε τον ρόλο των κομμουνιστών στο αντιστασιακό κίνημα, σε συνδυασμό με την ανείπωτη οδύνη της τοπικής κοινωνίας για τις απώλειες, είχαν ως αποτέλεσμα η Εξέγερση της Δράμας να μην αναγνωριστεί για δεκαετίες με την καθαρότητα που της άξιζε, καθώς και στις σωστές διαστάσεις της ως ιστορικό γεγονός χωρίς πολιτικές προεκτάσεις. Αντίθετα, για μεγάλο χρονικό διάστημα η Εξέγερση παρουσιάζονταν μέσα από μια εντελώς διαφορετική οπτική, φτάνοντας στο σημείο να χαρακτηριστεί ακόμη και ως «προβοκάτσια». Η ερμηνεία αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτύπωνε ουσιαστικά την πολιτική στόχευση της μεταπολεμικής περιόδου και την προσπάθεια διαμόρφωσης συγκεκριμένου κλίματος ενάντια σε κομμουνιστικές, αριστερές, ριζοσπαστικές ιδεολογίες.
Το αποτέλεσμα ήταν να διαμορφωθεί μια δημόσια αφήγηση που συχνά υποβάθμιζε τον χαρακτήρα της Εξέγερσης και τον ρόλο των ανθρώπων που την οργάνωσαν. Για δεκαετίες, η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από το αν η εξέγερση ήταν «σωστή» ή «λάθος», αν ήταν «πρόωρη» ή «απροετοίμαστη» και αν αποτέλεσε «προβοκάτσια» σε συνεννόηση με τον κατακτητή ή όχι. Πολύ λιγότερο συζητήθηκε το αυτονόητο, δηλαδή ότι σε μια περίοδο σκληρής κατοχής, άνθρωποι της περιοχής τόλμησαν να αντισταθούν, γνωρίζοντας ότι το τίμημα θα ήταν βαρύ.
Και πράγματι ήταν. Οι Βουλγαρικές αρχές Κατοχής απάντησαν με σκληρά αντίποινα, οδηγώντας σε μαζικές εκτελέσεις και σε μια από τις πιο τραγικές σελίδες της ιστορίας της περιοχής. Η τραγωδία που ακολούθησε χρησιμοποιήθηκε συχνά ως επιχείρημα για να υποβαθμιστεί ή να απονομιμοποιηθεί η ίδια η εξέγερση. Όμως αυτή η προσέγγιση παραβλέπει ένα βασικό ιστορικό δεδομένο. Σε όλες τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης εκείνη την περίοδο ή ακόμη και στην υπό τον οθωμανικό ζυγό Ελλάδα πριν την Επανάσταση του 1821, οι πράξεις αντίστασης και οι κάθε είδους επαναστατικές ενέργειες συνοδεύονταν από σκληρά αντίποινα. Αυτή όμως η αιτιώδης σχέση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει παράγοντα εκ των υστέρων ανάγνωσης με βάση τις συνέπειες, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα δεδομένα της εκάστοτε εποχής και κυρίως η λαχτάρα του καταπεσμένου για Ελευθερία.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές δεκαετίες για να αντιμετωπιστεί η τοπική ιστορία με την αρμόζουσα ωριμότητα, χωρίς τις ιδεολογικές γραμμές που δίχαζαν την Ελληνική κοινωνία. Έπρεπε να περάσει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για να ξαναδιαβαστούν τα γεγονότα χωρίς τους φακούς της πολιτικοιδεολογικής αντιπαράθεσης που επικράτησε μετά τον Εμφύλιο.
Η έκδοση του βιβλίου των Δημήτρη Πασχαλίδη και Τάσου Χατζηαναστασίου το 2003 από την ακμάζουσα τότε ΔΕΚΠΟΤΑ, αποτελεί ένα σημείο τομή για την Ιστορία του τόπου. Πρόκειται για ένα μνημειώδες έργο, περίπου 750 σελίδων, το οποίο καταγράφει τα γεγονότα πριν και μετά την Εξέγερση της Δράμας, καθώς και ονομαστικό κατάλογο των θυμάτων.
Ακολουθεί το 2011 η έκδοση του βιβλίου του Σπύρου Κουζινόπουλου, ο οποίος μέσα από στοιχεία, ντοκουμέντα και μαρτυρίες αναφέρει ότι η Εξέγερση της Δράμας ήταν μια πρόωρη μεν, πλην όμως ηρωική επαναστατική ενέργεια.
Σημαντική συνεισφορά στην πλήρη αποτύπωση της ιστορικής αλήθειας έχει και το βιβλίο του αείμνηστου Σπυρίδωνα Σφέτα «Η ατυχής εξέγερση της Δράμας κατά τα βουλγαρικά στρατιωτικά αρχεία» (Εκδ. Κυριακίδη, 2017), το οποίο εκδόθηκε με πρωτοβουλία της Ιεράς Μητρόπολης Δράμας και του Μακαριστού Μητροπολίτη Δράμας κυρού Παύλου. Στο βιβλίο παρουσιάζεται ο καρπός της έρευνας του αείμνηστου καθηγητή Βαλκανικής Ιστορίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στα βουλγαρικά αρχεία και μπαίνει οριστικό τέλος στους όποιους ισχυρισμούς περί «προβοκάτσιας».
Και ερχόμαστε πλέον στη σημερινή εποχή, όπου το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι συνέβη τον Σεπτέμβριο του 1941. Αυτό είναι άλλωστε γνωστό. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει το επίπεδο ετοιμότητας για αναγνώριση του παρελθόντος χωρίς επιφυλάξεις και αστερίσκους. Αν μπορεί πλέον να ειπωθεί ότι η Εξέγερση της Δράμας ήταν μια πράξη αντίστασης και ότι οι πρωταγωνιστές της ήταν άνθρωποι που ανήκαν στο Κ.Κ.Ε.
Η αναγνώριση του ρόλου των κομμουνιστών στην εξέγερση της Δράμας δεν είναι ζήτημα ιδεολογικής τοποθέτησης. Είναι ζήτημα ιστορικής ακρίβειας. Αν οι άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στην αντίσταση ανήκαν σε έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, αυτό δεν μειώνει τη σημασία της πράξης, ούτε φυσικά ακυρώνει τη συμμετοχή και άλλων πολιτών που βρέθηκαν στο πλευρό τους.
Ίσως έχει έρθει η στιγμή η Δράμα να κλείσει οριστικά αυτή την εκκρεμότητα που έρχεται από τον προηγούμενο αιώνα. Για τη Δράμα, η συζήτηση αυτή δεν έχει μόνο ιστορική διάσταση. Αφορά συνάμα την ταυτότητα της πόλης, τη σχέση της με το χθες και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να θυμάται. Μια κοινωνία που αναγνωρίζει και αποδέχεται συνολικά το παρελθόν της, είναι μια κοινωνία πιο ώριμη και πιο συμφιλιωμένη με τον εαυτό της. Η ιστορία μιας πόλης και μιας περιοχής δεν είναι μόνο τα μνημεία και οι επέτειοι. Είναι κυρίως η αναγνώριση του παρελθόντος…


