ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΟΜΠΑΝΗΣ

«Δυστυχώς, δεν υπάρχουν θέσεις για τα μεσημεριανά δρομολόγια», ενημερώνει το εκδοτήριο και σβήνει κάθε ελπίδα για κάποια έκτακτη προσθήκη λεωφορείου. Δρομολόγιο 17.30, θέση 34, χωρίς αποσκευές και μεγάλες συγκινήσεις. Οι φοιτητές επιστρέφουν στα χωριά τους για Σαββατοκύριακο, το πολυδιαφημισμένο Wi-Fi δεν λειτουργεί, η έξοδος από τη Θεσσαλονίκη είναι ομαλή και, προς αποφυγήν παρερμηνειών όσον αφορά καλοκαιρινές μακεδονικές κωμωδίες του τύπου Ας περιμένουν οι γυναίκες, η λίμνη Βόλβη είναι πάντοτε στα δεξιά μας. «Οδηγέ, μια στάση στην Πρώτη!» ακούγεται από τη γαλαρία. Η Δράμα δεν είναι μακριά. Δεν χρειάζεται ξυπνητήρι. Το πρώτο κακάρισμα της ημέρας ακούγεται στη μία τα ξημερώματα. Ο ήλιος γίνεται το πειραχτήρι κάθε υπναρά. Θα έχει ζέστη σήμερα. «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», επαναλαμβάνει η γιαγιά κάθε χρόνο για το βιαστικό έαρ, ετοιμάζοντας τη λίστα για τα ψώνια. Φτάνοντας στη Δράμα, παραγγέλνει πρώτα το καθάρισμα των ψαριών σε ένα ιχθυοπωλείο, ύστερα παίρνει το κρέας από τον κ. Διευθυντή, όπως αποκαλεί τον κρεοπώλη, και αφήνει την αγορά για το τέλος. Θεωρεί προσβολή να την κεράσει οτιδήποτε ο εγγονός της, έστω μία μπουγάτσα με κρέμα και ένα αριάνι. Όσα ρέστα τής μένουν, τα βάζει στη χούφτα του με άκρα μυστικότητα. «Να πιεις έναν καφέ». Μα αυτά είναι πολλά για έναν καφέ. «Ε, να πιεις δύο». Άσχετα που εκείνος δεν πίνει ούτε αλεσμένο κόκκο. Στις βιτρίνες των μαγαζιών κολλούν τις αφίσες για το μεγάλο ντέρμπι της πόλης: Δόξα Δράμας εναντίον Πανδραμαϊκού. Γύρω από μια χειροκίνητη τουλούμπα, μια παρέα ανδρών οργίζεται για την ανάπλαση της οδού 19ης Μαΐου που καρκινοβατεί. Στις πηγές της Αγίας Βαρβάρας, ένα νεαρό ζευγάρι ταΐζει τις πάπιες που χοροπηδούν για να πιάσουν με το ράμφος τους λίγο ψωμί από τα χέρια των παιδιών. Όσα τούρκικα git, git κι αν επαναλαμβάνουν γελώντας, εκείνες δεν φεύγουν από πάνω τους. To προτελευταίο αστικό για το χωριό αναχωρεί το μεσημέρι, γεμάτο με λυκειόπαιδα. Μονάχα δύο παππούδες συνεχίζουν τη συζήτησή τους για τις συντάξεις από το καφενείο και κατεβαίνουν σε διαφορετικά χωριά, χωρίς να ανταλλάξουν ένα «γεια». Στέκομαι στη στροφή, έξω από την είσοδο του χωριού. Μπροστά, η άδενδρη κορυφή του όρους Φαλακρό. Τριγύρω τα σπαρμένα χωράφια, τα οποία διασχίζουν αδέσποτα σκυλιά μόλις αντιληφθούν ξένο άνθρωπο. Οι ιδιοκτήτες τους τα έχουν εγκαταλείψει στα σταυροδρόμια του χωριού. Σκέφτομαι πώς μια λέξη με πέντε γράμματα, όπως το χωριό, μπορεί να χωρέσει τη γλύκα από τα φρεσκοψημένα κουλουράκια και τις αγκαλιές από τα ζαρωμένα και τραχιά χέρια των παππούδων, τα οποία σαν φασκιές κρύβουν τα στραβά, τα αχώνευτα και τα ανομολόγητα ενός τόπου που ώρες ώρες γίνεται άγριος σαν τα σκυλιά που τώρα καλπάζουν προς το μέρος μου και αλυχτάνε. Χίλιες φορές οι φασκιές και τα σπιτικά βουτήματα. Με αυτά ζήσαμε εμείς καλά και οι παππούδες μας μια ολόκληρη ζωή.

Πηγή: kathimerini.gr