Του Captain Νικόλαου Κ. Μεταξά
ATPL
AIRLINE PILOT
B737NG AIRBUS 320

(συνέχεια από το προηγούμενο)
(II) Τα σχετικά κρούσματα της μείζονος διαφθοράς έχουν αυξηθεί ιδιαίτερα από τη δεκαετία ’90 και εξής ως συνέπεια της άρσης των περιορισμών στις διεθνείς αγορές (παγκοσμιοποίηση), της σημασίας, γενικότερα, που έχει προσλάβει ο ανταγωνισμός μεταξύ εταιρειών για διείσδυση στις αγορές, αλλά και της ιδιωτικοποίησης τομέων που παλαιότερα εντάσσονταν στον χώρο του Δημοσίου, π.χ. τηλεπικοινωνίες.
Αντίστοιχα, από τη δεκαετία του ’90 έτυχαν επεξεργασίας και προωθήθηκαν σε διευρωπαϊκό ή και διεθνές επίπεδο για υπογραφή και επικύρωση (όπως συνέβη και για την Ελλάδα), θεμελιώδεις συμβάσεις κατά της μείζονος, ιδίως, διαφθοράς από όλους τους αντίστοιχους σημαντικούς διεθνείς φορείς, όπως (α) από τον ΟΟΣΑ (Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) την 17.12.1997 για την καταπολέμηση της δωροδοκίας αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών σε διεθνείς επιχειρηματικές συναλλαγές (ν. 2656/1998), (β) από την Ευρωπαϊκή Ένωση την 26.5.1997 για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ν. 2802/2000), (γ) από το Συμβούλιο της Ευρώπης εν πρώτοις την 27.1.1999 για τη διαφθορά σε θέματα ποινικού δικαίου (ν. 3560/2007), και κατά δεύτερον την 22.7.2003 για τη διαφθορά σε θέματα αστικού δικαίου (ν. 2957/2001), καθώς και (δ) από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών την 31.10.2003 κατά της διαφθοράς (ν. 3666/2008).
(III) Για τη νομοθετική αντιμετώπιση της διαφθοράς στον δημόσιο τομέα, πέρα από τις ρυθμίσεις των διεθνών ή διευρωπαϊκών συμβάσεων που αναφέρθηκαν και που έχουν αυξημένη τυπική ισχύ νόμου, κατ’ ά. 28 παρ. 1 Συντάγματος, γίνεται χρήση στην Ελλάδα και ενός ευρύτερου πλέγματος διατάξεων που αφορούν κατά βάση την παθητική και ενεργητική δωροδοκία (ά. 235 και 236 ΠΚ), αλλά που περιλαμβάνουν επίσης: Έμμεσες πράξεις και ωφελήματα που προορίζονται για τρίτους, ακόμη, δε, εγκλήματα δωροδοκίας δικαστή ή διαιτητή (ά. 237 ΠΚ.), δωροδοκίας βουλευτή, νομαρχιακού, δημοτικού ή κοινοτικού συμβούλου ως προς ωφελήματα σχετικά με εκλογές ή ψηφοφορίες (ά. 159 ΠΚ), δωροδοκίας μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δημοσίων λειτουργών, δικαστών κ.λπ. των κρατών-μελών διεθνών ή υπερεθνικών οργανισμών (ά. 3, 4 ν. 2802/2002 και ά. 3, 4 ν. 3560/2007), καθώς και ενεργητικής δωροδοκίας αλλοδαπών δημοσίων λειτουργών (π.χ. δικαστών) κατά την άσκηση διεθνών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Τέλος, σε σχέση με την αντιμετώπιση της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα, αρχικά έγινε χρήση του ά. 263α ΠΚ, ειδικά για υπαλλήλους τραπεζών και ν.π.δ.δ. που ιδρύθηκαν από οργανισμούς ή επιχειρήσεις με δημόσιο χαρακτήρα, ωστόσο, το θέμα ρυθμίσθηκε ολοκληρωμένα αρκετά αργότερα με τα ά. 7 και 8 ν.3560/2007, δυνάμει των οποίων η δωροδοκία και η δωροληψία του ά. 235 ΠΚ επεκτάθηκαν και στον ιδιωτικό τομέα ως προς ενέργειες ή παραλείψεις των εκεί εργαζομένων κατά παράβαση των καθηκόντων τους. Πάντως, οι διακρίσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε θέματα διαφθοράς εμφανίζουν συχνά έναν τεχνητό και επιφανειακό χαρακτήρα, που, στις περισσότερες περιπτώσεις, κάθε άλλο παρά συμβάλλει στην αποτελεσματική της καταπολέμηση –πρβλ. το λήμμα political corruption στην en.wikipedia.org, σελ. 4.
Εξάλλου, όσον αφορά την προαναφερθείσα «εμπορία επιρροής», το ζήτημα ρυθμίσθηκε αρχικά με τον πρωτοποριακό για την εποχή του ν. 5227/1931 περί μεσαζόντων, όπου προβλέφθηκαν πλημμεληματικές ποινές για όσους παριστάνουν ψευδώς και επ’ ανταλλάγματι ότι μπορούν να επιτύχουν τη σύναψη σύμβασης με το Δημόσιο (ά. 11) ή και για δημοσίους υπαλλήλους που δέχονται ανταλλάγματα προς επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος (ά. 12). Επιπλέον, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών επεκτάθηκε, δυνάμει και εδώ του ά. 6 ν. 3560/2007 («προσφορά σε άσκηση επιρροής»), και σε υπαλλήλους, δικαστές, βουλευτές κ.λπ. των κρατών-μελών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, ή μέλη, λειτουργούς κ.ο.κ. διεθνών κοινοβουλευτικών συνελεύσεων και δικαστηρίων.
Όπως προκύπτει από την ανωτέρω καταγραφή ρυθμίσεων περί διαφθοράς, η Ελλάδα έχει διαμορφώσει ένα αρκετά ικανοποιητικό θεσμικό πλαίσιο για την αντιμετώπισή της, αν και, όπως παρατηρήθηκε στην Τρίτη Έκθεση της GRECO (Groupe d’ Etats contre la corruption) του Συμβουλίου της Ευρώπης (7-11.6.2010), οι ρυθμίσεις αυτές θα ήταν σκόπιμο να ενταχθούν όλες στον Ποινικό Κώδικα, αφού πρώτα διατυπωθούν με συγκροτημένο και ομοιόμορφο τρόπο, καθώς, και να διευρυνθούν κατά περιεχόμενο, ώστε μεταξύ άλλων αφενός να περιλαμβάνουν και ενέργειες ενός υπαλλήλου π.χ. πέραν των επισήμων αρμοδιοτήτων του και αφετέρου να αποσυνδέουν την ενεργητική από την παθητική δωροδοκία ως προς την απόδειξη μιας συμφωνίας μεταξύ των δύο μερών. Εξάλλου, όπως παρατηρείται στην Έκθεση, παρά το υφιστάμενο σχετικά πλήρες νομικό οπλοστάσιο, «η διαφθορά προσλαμβάνεται ευρέως ως ένα διάχυτο φαινόμενο στην Ελλάδα» (σελ. 22), γι’ αυτό και επιβάλλεται να ενισχυθούν οι μηχανισμοί για τελεσφόρα εφαρμογή αυτών των διατάξεων με «μέτρα παρακολούθησης» (follow-up measures) και αποτελεσματικές κυρώσεις (σελ. 25).
(ΙV) Χρήσιμο είναι στη συνέχεια να εξετασθούν διεξοδικότερα και σφαιρικότερα οι εν γένει κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες που εξωθούν ή συμβάλλουν στη διαφθορά, ώστε να προταθούν, παράλληλα, και τα εφικτά εκείνα μέτρα που θα ήταν πρόσφορα για την αποδυνάμωση αυτών των παραγόντων και, άρα, για την καταπολέμηση της διαφθοράς που αυτοί οι παράγοντες εκτρέφουν.
(συνεχίζεται…)
Πηγή
Κείμενο του Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νέστορα Κουράκη
«Καταπολεμώντας τη διαφθορά στην Ελλάδα»
Από το περιοδικό «ΤΗΕ ART OF CRIME» (τεύχος 19 – Ιούλιος 2011)
theartofcrime.gr


