ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΡΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟ 2020 ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ «ΣΤΗΝ ΟΣΙΑΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΕΝ ΑΘΩ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝHΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΤΟΥ ΕΚ ΔΡΑΜΑΣ»

 

 

Το ημερολόγιο Ιεράς Μητρόπολης Δράμας για το 2020 είναι αφιερωμένο στήν ὁσιακή μορφή τοῦ ἀοιδίμου προηγουμένου τῆς ἐν Ἄθῳ ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ἀρχιμανδρίτου Χαραλάμπους τοῦ ἐκ Δράμας

Όπως αναφέρει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας κ. Παύλος, στον πρόλογο της έκδοσης: «Ὁ ἀγωνιστής αὐτός τοῦ πνεύματος κουβαλοῦσε πάνω του ὅλη τήν πνευματικότητα τῆς ποντιακῆς Ρωμηοσύνης», προσθέτοντας ότι «δέν ἐπεδίωκε τήν προβολή καί τή διαφήμιση. Καί ὅμως πολλοί τόν ἀνακάλυψαν καί τόν κατέστησαν πνευματικό τους πατέρα καί ὑποτάχθηκαν σ’ αὐτόν». «Κύριο γνώρισμα τοῦ γέροντα ὁ ἔρωτάς του γιά τόν Χριστό. Ἀγωνίστηκε νά κρατήσει μέσα του τήν εὐχή. Ἦταν ἡ τροφή, ἡ ἀναπνοή, ἡ ἐνίσχυση καί ἡ παρηγορία του. Αὐτό τό πνεῦμα μετέδωσε στή συνοδεία του, ἡ ὁποία μέ εὐλάβεια τό τηρεῖ», σημειώνει μεταξύ άλλων ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δράμας κ. Παύλος.

Αναλυτικά το περιεχόμενο του ημερολογίου έχει ως εξής:

Προλεγόμενα Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ. Παύλου

 

Εκπληρώνοντας ἱερό χρέος εὐγνωμοσύνης ἀφιερώνουμε τό ἐγκόλπιο ἡμερολόγιο τοῦ ἔτους 2020 τῆς ἱερᾶς μητροπόλεώς μας στήν ὁσιακή μορφή τοῦ ἀοιδίμου προηγουμένου τῆς ἐν Ἄθῳ ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, ἀρχιμανδρίτου Χαραλάμπους τοῦ ἐκ Δράμας.

Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη εὐλογία, καύχημα καί τιμή γιά τή μαρτυρική μας ἐπαρχία ὁ γέροντας Χαράλαμπος. Ὁ ἀγωνιστής αὐτός τοῦ πνεύματος κουβαλοῦσε πάνω του ὅλη τήν πνευματικότητα τῆς ποντιακῆς Ρωμηοσύνης. Οἱ Πόντιοι χαρακτηρίζονται γιά τήν ὑπερβολή. Ἀσυμβίβαστος ὁ γέροντας στήν πνευματική ζωή ἀνακάλυψε τόν ἀσυμβίβαστο στά πνευματικά γέροντα Ἰωσήφ τόν Σπηλαιώτη, στόν ὁποῖον ὑποτάχθηκε σάν ἄλλος Παῦλος ὁ ἁπλοῦς στόν Μέγα Ἀντώνιο, παρά τήν ἐπίπονη δοκιμασία στήν ὁποία τόν ὑπέβαλε.

Ἔδωσε αἷμα καί ἔλαβε πνεῦμα καί χάρη πολλή. Ὅσοι τόν πλησίασαν τό ἔνιωθαν. Στό πρόσωπό του βρῆκαν ἐφαρμογή οἱ λόγοι τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἐκείνους πού ὁ κόσμος θεωρεῖ μικρούς ἐξέλεξε ὁ Θεός, γιά νά καταισχύνει τούς σοφούς. Καί τούς ἀδυνάτους κατά κόσμον ἐξέλεξε ὁ Θεός, γιά νά καταισχύνει τούς ἰσχυρούς» (Α’ Κορ. 1, 27).

Δέν ἐπεδίωκε τήν προβολή καί τή διαφήμιση. Καί ὅμως πολλοί τόν ἀνακάλυψαν καί τόν κατέστησαν πνευματικό τους πατέρα καί ὑποτάχθηκαν σ’ αὐτόν. Ἔτσι δημιουργήθηκε μία πολυμελής ἀδελφότητα, πού μεταφυτεύθηκε ἀπό τό Χιλανδαρινό κελλί Μπουραζέρι τῶν Καρυῶν στή μαστιζόμενη ἀπό λειψανδρία μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου.

Ὁ Τίμιος Πρόδρομος προσκάλεσε ἕναν Πόντιο, γιά νά συνεχίσει τήν αὐστηρή κοινοβιακή ζωή στή θαυμαστή γιά τόν λόγο αὐτό σέ ὅλο τό Ἅγιο Ὄρος ποντιακή Μονή του, καθώς εἶναι κτίσμα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Τραπεζούντας Ἀλεξίου Γ’ τοῦ Μεγάλου Κομνηνοῦ. Ὡς ἡγούμενος διέπρεψε μέ τό ταπεινό του φρόνημα. Ὅταν λόγῳ ἀσθενείας παραιτήθηκε ἀπό ἡγούμενος, περιχαρής ἐπανῆλθε στήν προσφιλῆ του θέση ὡς ὑποτακτικός καί πορτάρης τῆς μονῆς, συνομιλῶν μέ τόν Κύριο μέσα στό ταπεινό κελλί τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, τό ὁποῖο καθαγιάσθηκε ἀπό τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Μέσα στό περιβόλι τῆς Παναγίας μας ἄνθησε πνευματικά ὁ γέροντας ἔχοντας δίπλα του συναγωνιστή καί ἀλείπτη τόν θεῖο καί ἀνάδοχό του γέροντα Ἀρσένιο, τόν συνοδοιπόρο τοῦ μεγάλου γέροντα Ἰωσήφ καί κατά σάρκα ἀδελφό τῆς ὁσιωτάτης μοναχῆς Εὐπραξίας ἀπό τή μονή τῆς Παναγίας Θεοσκεπάστου Τραπεζούντας, ἡ ὁποία διακόνησε στήν Αἴγινα τόν νηπτικό γέροντα Ἱερώνυμο.

Κύριο γνώρισμα τοῦ γέροντα ὁ ἔρωτάς του γιά τόν Χριστό. Ἀγωνίστηκε νά κρατήσει μέσα του τήν εὐχή. Ἦταν ἡ τροφή, ἡ ἀναπνοή, ἡ ἐνίσχυση καί ἡ παρηγορία του. Αὐτό τό πνεῦμα μετέδωσε στή συνοδεία του, ἡ ὁποία μέ εὐλάβεια τό τηρεῖ.

Ὁ ἄξιος διάδοχός του, ἡγούμενος καί ἀνακαινιστής τῆς παλαιφάτου Μεγαλοκομνήνειας μονῆς ἀρχιμανδρίτης κ. Πέτρος, καθώς καί ὅλοι οἱ Διονυσιάτες πατέρες ζοῦν σεμνά, ταπεινά, καλογερικά, χωρίς διαφήμιση καί ἐξωστρέφεια, ἀκολουθώντας τήν πνευματική του παρακαταθήκη.

Ἀπό τή θέση αὐτή θερμά τούς εὐχαριστῶ γιά τήν ὁλόθυμη συμβολή τους στήν ἔκδοση τοῦ ἡμερολογίου, διαβεβαιώνοντάς τους ὅτι γιά μᾶς ἐδῶ στή Δράμα τό μοναστήρι τους εἶναι καί δικό μας κομμάτι, κομμάτι τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς τοῦ συμπατριώτη μας προηγουμένου Χαραλάμπους, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἄς εἶναι αἰώνια καί οἱ πατρικές του εὐχές ἄς μᾶς φρουροῦν καί ἐνισχύουν στόν πνευματικό μας ἀγώνα.

Πρόλογος Αρχιμ. Πέτρου, Καθηγουμένου ερς Μονς Διονυσίου

 

«Ἀγάπην πρὸς τὸν Θεόν καὶ τὸν πλησίον

κτησάμενος, τοῦ Νόμου καὶ Προφητῶν

πληροῖς τὸ κεφάλαιον,

τὴν γὰρ ὑπερέχουσαν πασῶν ἀσυγκρίτως

ἀρετὴν, Πάτερ, κατώρθωσας».

Mέ αὐτό τό τροπάριο ἀπό τόν κανόνα τῆς Ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου ἀρχίζω τήν ἀναφορά μου στό σεπτό πρόσωπο τοῦ πολυσεβάστου μου μακαριστοῦ Γέροντος Χαραλάμπους, στόν ὁποῖο ἀφιεροῦται τό παρόν ἐγκόλπιο ἡμερολόγιο. Τοῦ Ἁγίου Σάββα, στή μνήμη τοῦ ὁποίου συλλειτούργησε γιά τελευταία φορά ὁ μακαριστός Γέροντάς μας μέ τόν παρευρεθέντα στή Μονή μας τήν ἡμέρα ἐκείνη ἀοίδιμο Μητροπολίτη Αὐστρίας Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἰδιαιτέρως ἀγαποῦσε τόν Γέροντα.

Τά λόγια αὐτά τοῦ ἀνωτέρω τροπαρίου θεωρῶ ὅτι βρίσκουν ἄριστη ἐφαρμογή στό πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Πατρός. Ὁ Γέροντας ἦταν μιά ἀγαπητική κίνηση πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον. Γιά τόν Θεό καί τόν πλησίον κατανάλωσε κυριολεκτικά τόν ἑαυτό του. Ἀναμφίβολα ἦταν ἕνας βιαστής ἀπό ἐκείνους πού, ὅπως λέει ὁ Κύριος, «ἁρπάζουν τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἄσκησε μεγάλη βία στόν ἑαυτό του ἐφ’ ὅρου ζωῆς μέ τήν πολύωρη ἀγρυπνία καί προσευχή, τίς ἀτελείωτες γονυκλισίες, τήν καθημερινή Εὐχαριστιακή καί Λειτουργική ζωή. Παράλληλα ἐξάσκησε τή «διπλή» ἀρετή τῆς ἀγάπης, ὅπως τήν χαρακτηρίζει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι εἵλκυσε πλούσια τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Γέροντας, γόνος θεοσεβοῦς οἰκογένειας τοῦ Ἁγιοτόκου Πόντου, φορέας μιᾶς γνησίας Ρωμαίικης παράδοσης, ἄνθρωπος μέ ἀγαθή προαίρεση, ἀξιοποίησε στή ζωή του τήν παρουσία ἀνθρώπων πού τόν βοήθησαν νά γνωρίσει τόν Θεό καί νά κοινωνήσει ἀληθινά μέ αὐτόν. Ὁ Γέροντάς του, ὁ Γέρων Ἰωσήφ ὁ σπηλαιώτης καί ἡσυχαστής, ὁ ὁποῖος σηματοδότησε τόν νεότερο Ἁγιορειτικό Μοναχισμό, ἦταν κυρίως ἐκεῖνος πού τόν μύησε στήν ἄσκηση καί τήν προσευχή καί τήν συνέπεια ἐν γένει στίς μοναχικές ὑποσχέσεις. Τό πνεῦμα αὐτό προσπάθησε νά μᾶς ἐμφυτεύσει ὁ Γέροντάς μας. Αἰσθανόμαστε πολύ ἐλλιπεῖς συγκρίνοντας τή δική του ἔνθεη ζωή μέ τή δική μας. Αἰσθανόμαστε ἔλεγχο καί εὐθύνη, διότι ὑπήρξαμε ὑποτακτικοί ἑνός Γέροντα τέτοιου πνευματικοῦ διαμετρήματος καί πάντοτε τοῦ ζητοῦμε νά εὔχεται, ὥστε ἡ θεία Χάρη «ἡ τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα», τήν ὁποία ἐκεῖνος εἶχε πλούσια, νά ἀναπληρώνει τίς πολλές ἐλλείψεις μας καί νά μᾶς χαρίζει τό δικό του ἀγωνιστικό φρόνημα καὶ τήν ἔκκαυση τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό καί πρός τόν ἄνθρωπο.

Εὐχαριστοῦμε θερμά τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας, τόν παλαιό φίλο καί οἰκεῖο, τόν φιλομόναχο καί φιλαγιορείτη Ἐπίσκοπο, πού εἶχε τήν εὐλογημένη ἰδέα νά ἀφιερώσει τό φετινό ἡμερολόγιο τῆς Μητροπόλεώς του στόν μακαριστό Γέροντα Χαράλαμπο, ὁ ὁποῖος ἔζησε καί ἀνδρώθηκε στά ὅριά της. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε εἶχε ἰδιαίτερη σχέση μέ τόν Γέροντά μας καί λόγῳ τῆς κοινῆς Ποντιακῆς καταγωγῆς τους καί ἐπειδή ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἐπισκεπτόταν μέ πολλή σπουδή τό Ἅγιο Ὄρος καί ἔψαχνε νά βρεῖ ἀληθινούς ἐργάτες τῆς ἀρετῆς, γιά νά ὠφελήσει τήν ψυχή του. Ἀσφαλῶς θά ἔχει τήν εὐχή καί τήν εὐλογία τοῦ Γέροντα πλούσια στή ζωή του καί στό ὡραῖο ποιμαντικό του ἔργο, πού ὅλοι τό καμαρώνουμε καί τό ἐκτιμοῦμε.

Εὐχόμαστε στούς ἀναγνῶστες τοῦ παρόντος ἡμερολογίου νά ἔχουν πλούσια τήν εὐχή τοῦ Γέροντα καί δεόμεθα στόν Θεό νά μήν παύσει νά ἀναδεικνύει ἀνάλογες ἁγιασμένες μορφές στήν πνευματικά στείρα καί φιλαμαρτήμονα ἐποχή μας, ὥστε νά ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ὅπου ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις». Ἀμήν.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ 1910-2001

ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΕΚ ΔΡΑΜΑΣ

 

Ὅπως ἔλεγε ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ἀπό τή ζωή τῶν ἁγίων καί ἐναρέτων ἀνδρῶν πολύ λίγα οὐσιαστικά γνωρίζουμε, διότι φρόντιζαν σέ ὅλη τους τή ζωή νά κρύβουν ἐπιμελῶς τήν ἀρετή τους. Καί ὁ Γέρων Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι «ἡ ἀρετή δέν ἔχει κουδουνάκια», γιά νά κουδουνίζει καί νά διατυμπανίζει καί ἐπιδεικνύει τόν ἑαυτό της στούς ἀνθρώπους. Ἔτσι καί ὁ ἀλήστου μνήμης Γέροντας Χαράλαμπος ἐπιμελῶς προσπάθησε νά κρύβει ὁποιαδήποτε ἀρετή του. Ἀγάπησε τό «λάθε βιώσας» καί ἤθελε πάντοτε να ζεῖ ἀθόρυβα καί ἀπαρατήρητα.

Ὁ μακαριστός Γέροντας Χαράλαμπος ὑπῆρξε γόνος μιᾶς εὐλογημένης καί ἰδιαιτέρως εὐσεβοῦς Ποντιακῆς οἰκογένειας. Ὁ πατέρας του Λεωνίδας Γαλανόπουλος καί ἡ μητέρα του Δέσποινα κατάγονταν ἀπό τό Πελέν Ἀμισοῦ τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Ὁ πατέρας του ἐπιθυμοῦσε διακαῶς νά γίνει Μοναχός. Σύχναζε πολύ στή Γυναικεία Μονή τῆς Παναγίας Θεοσκεπάστου στήν Πόλη τῆς Τραπεζούντας, ὅπου μόναζε ἡ κατά σάρκα ἀδελφή του Εὐπραξία. Ἐκεῖ πήγαινε καί καθόταν πολλές ἡμέρες βοηθώντας τίς ἀδύναμες Μοναχές σέ βαρειές χειρωνακτικές ἐργασίες καί σέ πολλά τεχνικά θέματα. Οἱ Μοναχές καί ἰδιαίτερα ἡ Ἡγουμένη τόν ἀγαποῦσαν πολύ σάν ἀδελφό τους γνήσιο, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας, καί ὅταν πήγαινε στό Μοναστήρι, πανηγύριζαν ἀπό τή χαρά τους. Ὁ Λεωνίδας νυμφεύθηκε παρά τή θέλησή του κάνοντας ὑπακοή στούς γονεῖς του καί ἀφοῦ κάποιο θαυμαστό γεγονός ἐπιβεβαίωσε τή βούληση τῶν γονέων του.

Τό 1880 μετακόμισαν στό Μαϊκόπ τῆς Ἀψαρόγκα στόν Καύκασο. Ἀπό ἐκεῖ ὁ Γέροντας μέ τήν οἰκογένειά του ἦρθαν στό Ἀρκαδικό τῆς Δράμας. Ὅταν οἱ πρόσφυγες ποὺ ἦρθαν ἀπό τή Ρωσία θέλησαν νά χτίσουν Ἐκκλησία στό νέο τους χωριό καί ἐτέθη θέμα σέ ποιόν Ἅγιο νά τήν ἀφιερώσουν, ὑπῆρξε διχογνωμία. Ἄλλοι ἤθελαν νά τόν ἀφιερώσουν στόν Ἅγιο Γεώργιο καί ἄλλοι στόν Ἅγιο Παντελεήμονα, γιατί τήν ἡμέρα τῆς μνήμης του εἶχαν φτάσει ὡς πρόσφυγες στό χωριό. Τελικά ἀποφάσισαν νά ρίξουν τρεῖς φορές κλῆρο. Καί τίς τρεῖς φορές ὁ κλῆρος ἔπεσε στόν Ἅγιο Παντελεήμονα. Ἔτσι ὁ ναός ἀφιερώθηκε στόν Ἅγιο Παντελεήμονα καί διασώζεται ὥς σήμερα.

Ὁ μικρός Χαράλαμπος εἶχε ἐπίδοση στά γράμματα. Ὅταν κάποτε ἦρθε στή Δράμα ὁ θεῖος καί ἀνάδοχός του Μοναχός Ἀρσένιος καί ρώτησε τόν ἀδελφό του πῶς πάει ὁ Χαράλαμπος στά γράμματα, μέ ἐνθουσιασμό τοῦ ἀπάντησε ὅτι εἶναι ἄριστος μαθητής. Ὁ γερο-Ἀρσένιος ἔγινε ἀμέσως κατηφής καί εἶπε στόν Λεωνίδα: «Βγάλε τον ἀπό τό σχολεῖο, γιατί θά τόν χάσεις». Ὁ πατέρας του τόν ἔβγαλε ἀπό τό σχολεῖο, καί ἡ λύπη τοῦ Χαράλαμπου ἦταν ἀπαρηγόρητη, ἰδιαίτερα ὅταν ἔβλεπε ἀργότερα μαθητές πού ἦταν πολύ πίσω ἀπὸ αὐτόν στά γράμματα νά εἶναι δάσκαλοι, γιατροί κλπ. Ὅταν, ὅμως, εἶδε κάποτε μερικούς ἀπό αὐτούς σέ ἕνα πανηγύρι τοῦ χωριοῦ τους νά συμπεριφέρονται τελείως ἄπρεπα, νά ὑβρίζουν τά θεῖα, νά ἀσχημονοῦν μέ διάφορους τρόπους καί νά εἶναι τελείως ξένοι πρός τήν ἐν Χριστῷ ἀνατροφή καί Ρωμαίικη παιδεία πού εἶχε ὁ ἴδιος, πολύ παρηγορήθηκε. Θεώρησε προτιμότερο νά εἶναι στάσιμος στά γράμματα παρά νά εἶναι σάν ἕνας ἀπό τούς κακομαθημένους αὐτούς νέους.

Ὁ Γέροντας στό χωριό ἦταν περιζήτητος γαμπρός. Ὅλοι ἐκτιμοῦσαν τό ἦθος ἀλλά καί τή νοικοκυροσύνη του καί τή μοναδική ἐργατικότητά του, πού τόν χαρακτήριζε καί στήν μετέπειτα ζωή του. Ὁ ἴδιος δὲν ἔδινε σημασία στά προξενιά πού τοῦ ἔκαναν.

Κατά τήν περίοδο τῆς 3ης Βουλγαρικῆς κατοχῆς (1941-1944) πῆρε κάποια μέρα τά ἄλογα καί τό κάρο καί μαζί μέ ἕνα ἀπὸ τά δίδυμα ἀδελφάκια του, τὸν Δαμιανό, καί πολλούς κατοίκους τοῦ χωριοῦ, πῆγαν γιά ξύλα βόρεια τῆς Δράμας. Ἐκεῖ συνελήφθησαν αἰχμάλωτοι ἀπό τούς Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι τούς ἔκλεισαν σέ στρατόπεδο μαζί μέ ἕναν ἐξάδελφό τους καί μέ ἄλλους περιοίκους αἰχμαλώτους.

Οἱ Βούλγαροι τούς συμπεριφέρθηκαν πολύ βάναυσα καί τούς κακοποιοῦσαν σωματικά. Ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας, δεχόταν κάθε λίγο κλωτσιές στήν κοιλιά ἀπό ἕνα Βούλγαρο στρατιώτη. Ὅταν κάποιος αἰχμάλωτος παραπονέθηκε γιά τή συμπεριφορά του, ὁ στρατιώτης τόν χτύπησε ἀλύπητα μὲ τόν ὑποκόπανο τοῦ ὅπλου του, μέχρι πού ξεψύχησε μπροστά στά τρομαγμένα μάτια τῶν συναιχμαλώτων του.

Ὁ Γέροντας τή νύχτα ἐκείνη, παραμονή τῆς ἐκτελέσεώς τους, ἔκανε τάμα στόν Ἅγιο Γεώργιο: «Ἅγιε Γεώργιέ μου, εἶπε, πού εἶσαι τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, ἐλευθέρωσε ἐμένα καί τά ἀδέλφια μου καί σοῦ ὑπόσχομαι νά μήν κόψω τό μουστάκι μου καί νά γίνω Μοναχός».

Τό πρωί ἄρχισαν οἱ Βούλγαροι νά ἐκτελοῦν τούς κατάδικους. Πλησίαζε ἡ σειρά τους καί ἡ ἀγωνία τους εἶχε κορυφωθεῖ. Ἔρχεται τότε ἕνας ἀξιωματικός τοῦ Βουλγαρικοῦ Στρατοῦ – κρυφός Ἕλληνας πού παρίστανε τόν Βούλγαρο – καί διατάσσει νὰ σταματήσουν οἱ βαναυσότητες, γιατί ἦρθε διαταγή νὰ τοὺς ἀφήσουν ἐλεύθερους.

Ὅταν ὁ Γέροντας ἐπέστρεψε στό σπίτι, βρῆκε τόν πατέρα του νά προσεύχεται μπροστά στίς εἰκόνες, στόν χῶρο πού εἶχε διαμορφωμένο σέ ἐκκλησάκι, χωρίς νά ἔχει βάλει μπουκιά στό στόμα του οὔτε νερό ἐπί μία ἑβδομάδα. Ἀργότερα ὅταν ὁ πατέρας του τόν πίεζε νά νυμφευτεῖ, τοῦ εἶπε γιά τό τάμα του, καί ὁ πατέρας του τοῦ ἔδωσε ὁλοπρόθυμα τήν εὐχή του.

Ὁ λόγος πού ὁ Γέροντας καθυστέρησε νά ἀφιερωθεῖ στή μοναχική ζωή, ἄν καί καλογέρευε χρόνια στόν κόσμο σάν κοσμοκαλόγερος, ἦταν μιά ἐντολή τοῦ πατέρα του Λεωνίδα, ὅταν ἀρρώστησε ἀπὸ καρκίνο. Λίγο πρίν φύγει ἀπὸ τή ζωή, ζήτησε ἀπό τόν Χαράλαμπο νά τοῦ ὑποσχεθεῖ ὅτι δέν θά φύγει γιά Μοναχός, ἄν πρῶτα δέν σπουδάσει τά δίδυμα ἀδέλφια του, τόν Κοσμᾶ καί τόν Δαμιανό. Πράγματι, μόλις τούς σπούδασε καί τούς τακτοποίησε ἐπαγγελματικά, χωρίς ἄλλη ἀναβολή ἀναχώρησε γιά τό Ὄρος.

 

Πρίν ἀπό τήν ἀποταγή του γιά τόν Μοναχισμό ὁ Γέροντας εἶχε γνωρίσει στή Δράμα ἕναν Ρῶσο Μοναχό πρόσφυγα, τόν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἰδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα καί καλλιεργοῦσε τή νοερά προσευχή. Αὐτὸς τοῦ ἔμαθε πῶς νά λέει τήν εὐχή καί πῶς νά ἀγωνίζεται, καί γενικά σηματοδότησε καί ἐπηρέασε τήν πνευματική καλλιέργεια τοῦ Γέροντα.

Ὅταν ἔφυγε γιά τό Ὄρος, καταρχάς πῆγε στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, στόν Γέροντα Ἰωσήφ τόν ἡσυχαστή, κοντά στόν ὁποῖο ἀσκήτευε ὁ Γέροντας Ἀρσένιος, ἀδελφός κατά σάρκα τοῦ πατέρα του Λεωνίδα καί ἀνάδοχός του, ὅπως εἴπαμε. Ἡ ζωή ἐκεῖ ἦταν αὐστηρά ἀσκητική. Κάθε βράδυ μετά τή δύση τοῦ ἡλίου ἔκαναν ἀγρυπνία γιά ἑπτά περίπου ὧρες καί τρεῖς χιλιάδες μετάνοιες. Ὅπως μᾶς ἔλεγε, ἤθελε δύο ὧρες γιά νά κάνει τίς μετάνοιες, καί στό τέλος τά ροῦχα του γίνονταν μούσκεμα ἀπό τόν ἱδρώτα.

Ἐκάρη μοναχός τό 1950. Ὁ Γέροντάς του δέν τοῦ ἄλλαξε ὄνομα, γιατί τιμοῦσε ἰδιαίτερα τὸν Ἅγιο Χαράλαμπο καί εἶχε ἕνα μεγάλο τμῆμα τοῦ Ἁγίου Λειψάνου του. Τό Λείψανο αὐτό τὸ κληρονόμησε ὁ Γέροντας Χαράλαμπος. Τό εἶχε πάντοτε μαζί του καί σήμερα θησαυρίζεται στή Μονή Διονυσίου.

Ἡ Συνοδεία τοῦ Γέροντος Ἰωσήφ μετακινήθηκε ἀργότερα σέ ἕνα ἀπόκρημνο κελλάκι τῆς Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, πού ἐτιμᾶτο στό Γενέσιο τοῦ Προδρόμου, καί ἐκεῖ συνέχισε τούς ἔνθεους ἀγῶνες της. Στή συνέχεια πῆγε στή Νέα Σκήτη, σέ σπηλαιώδη κελλιά.

Ὁ Γέροντας Χαράλαμπος χειροτονήθηκε ἱεροδιάκονος στίς 7-10-1951 στό Κελλί τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου στά Βουλευτήρια, κοντά στόν Ἀρσανᾶ τῆς Ἁγίας Ἄννης, καί τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἱερομόναχος στό Κυριακό τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀπό τόν ἐφησυχάζοντα ἐκεῖ Μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ἱερόθεο. Ἀπό τότε κάθε μέρα εἶχαν Λειτουργία. Ἡ Λειτουργία, ὅπως καί ἡ προσευχή, ἦταν ἡ ζωή τοῦ Γέροντα. Ἀπό τήν ἡμέρα πού χειροτονήθηκε μέχρι τήν ἡμέρα πού ἔπαθε ἔμφραγμα στή Μονή Διονυσίου, λειτουργοῦσε καθημερινά, ἐκτός ἀπό κάποια φορά πού ἀσθένησε σοβαρά. Σύντομα ἔγινε καί Πνευματικός καί τόν καλοῦσαν γιά ἐξομολόγηση στή Μονή Ἁγίου Παύλου, στή Μονή Διονυσίου καί ἀλλοῦ.

Ἰδιαίτερη ἐκτίμηση στόν Γέροντα Χαράλαμπο ἔτρεφε ὁ Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης, ὅπως φαίνεται ἀπό ὅσα ἀναφέρει γιά τόν Γέροντα Ἰω­σήφ καί τή Συνοδεία του στό βιβλίο του «Λαυσαϊκόν τοῦ Ἁγίου Ὄρους». Καί ὅλα αὐτά, ἐνῶ πολλοί ἄλλοι Ἁγιορεῖτες δέν ἔβλεπαν μέ καλό μάτι τό ἄκρως ἡσυχαστικό πρόγραμμά τους. Τό θεωροῦσαν παράδοξο καί τούς ἴδιους τούς εἶχαν γιά πλανεμένους. Στή Συνοδεία τους ζοῦσαν μέ πολύ αὐστηρό πρόγραμμα καί μέ συχνή θεία Μετάληψη, μέ σιωπή καί ἄκρα ὑπακοή. Ὅπως διηγοῦνταν ὁ Γέροντας, ζοῦσαν πολλά θαυμαστά γεγονότα.

Ὅταν ἦταν στή Μικρά Ἁγία Ἄννα, ὁ Γέροντας, πού ἦταν ὁ πιό ὑγιής σωματικά καί πιό χειροδύναμος ἀπό τούς παραδελφούς του, μιά μέρα εἶχε ἀνεβοκατεβεῖ τρεῖς φορές, γιά νά μεταφέρει πράγματα ἀπό τόν Ἀρσανᾶ. Ὅταν κατόπιν ἔκαναν προσευχή καί κάθησαν νά φᾶνε, ὁ βαρκάρης πού ἔφερνε τά πράγματα τούς εἰδοποίησε μέ τό κοχύλι πού εἶχε γιά κόρνα νά παραλάβουν νέο φορτίο. Ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ἔγινε κατηφής. Ὁ Παπα-Χαράλαμπος, ὅμως, μέ τήν ὑπάκουη διάθεση πού τόν χαρακτήριζε τοῦ εἶπε: «Δός μου τήν εὐχή σου, Γέροντα, ἐγώ θά πάω». Φίλησε τό χέρι τοῦ Γέροντά του καί ἔτρεξε. Ὁ Γέροντας Ἰωσήφ εἶπε τότε στούς ἄλλους ἀδελφούς νά ἀφήσουν τά πηρούνια καί νά πιάσουν τά κομποσχοίνια, γιά νά εὐχηθοῦν νά δώσει ὁ Θεός δύναμη στόν ἀδελφό νά σηκώσει τό βάρος (πενῆντα περίπου ὀκάδες), γιατί ἦταν ἀνάρμοστο νά πάσχει αὐτός καί ἐκεῖνοι νά τρῶνε.

Τότε συνέβη κάτι θαυμαστό. Ὅπως διηγοῦνταν ὁ Γέροντάς μας μέ δάκρυα πάντοτε στά μάτια, τό φορτίο ἐνῶ ἦταν ἀσήκωτο καί τοῦ προκάλεσε μεγάλη δυσκολία καί γι’ αὐτό ἔκανε πολλούς σταθμούς, σταδιακά ἄρχισε νά γίνεται ἐλαφρύτερο. Μέχρι νά φτάσει στό κελλί τους δέν εἶχε πλέον αἴσθηση βάρους ἐπάνω του!

Κάποτε στή Νέα Σκήτη γηροκομοῦσαν ἕνα γεροντάκι πού εἶχε μιά παράξενη ἀρρώστια. Πολλές φορές τήν ἡμέρα τοῦ ἔφευγαν τά κόπρανα, γέμιζαν τό κελλί του καί δημιουργοῦσαν ἀφόρητη δυσωδία. Ὁ Παπα-Χαράλαμπος πῆγε στὸν Γέροντα Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπε ὅτι ἐκεῖ πού δουλεύει τόν τόρνο καί κάνει τίς σφραγίδες τῶν προσφόρων, ἔρχεται ἡ δυσωδία καί κοντεύει νά κάνει ἐμετό. Ὁ Γέροντας τοῦ ἀπάντησε: «Ἄν ἔχεις πίστη καί λές τήν εὐχή, ὁ Θεός μπορεῖ τή δυσωδία νά τήν κάνει εὐωδία». «Νά ‘ναι εὐλογημένο», εἶπε ὁ Γέροντας Χαράλαμπος, τοῦ φίλησε τό χέρι καί ἔφυγε. Ὅταν ἐπέστρεψε στό διακόνημά του, ἡ δυσοσμία ἄρχισε σιγά-σιγά νά φεύγει, ὅπως τοῦ εἶπε ὁ Γέροντάς του, καί νά ἔρχεται μιά εὐωδία σάν ἀπό ἀμέτρητα τριαντάφυλλα. Παράλληλα μιά οὐράνια παρηγορία τόν περιέβαλε καί ἔλεγε μετά δακρύων τήν εὐχή, χωρίς δυσκολία.

Ὁ Γέροντας εἶχε μεγάλο ψυχικό σύνδεσμο μέ τή μητέρα του Δέσποινα. Κάποια φορά πού τήν συνάντησε τῆς πρότεινε νά τήν κάνει Μοναχή. Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε: «Ἐσύ, παιδί μου, πάντα ἔκανες ὑπακοή σέ ὅ,τι σοῦ ἔλεγα, κι ἐγώ θά κάνω τώρα ὑπακοή σέ σένα». Ἔτσι τήν ἔκειρε Μοναχή στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου στόν Εὔοσμο Θεσσαλονίκης καί τήν ὀνόμασε Μάρθα. Ὅταν τόν ρωτήσαμε γιατί τήν ὀνόμασε ἔτσι, ἀπάντησε ὅτι ἦταν πολύ τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς καί ἀγαποῦσε τίς δουλειές, ὅπως ἡ Μάρθα, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου.

Τά χρόνια ἐκεῖνα, ὅπως εἶναι γνωστό, πολλοί Πατέρες ἀπό ἁπλότητα κινούμενοι καί ἀγαθή προαίρεση, ἀλλά καί ἀπό ἄγνοια, σταμάτησαν νά μνημονεύουν στή Θεία Λειτουργία τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα. Τό ἴδιο καί ἡ Συνοδεία τοῦ Γέροντα Ἰωσήφ. Στήν Πανήγυρη τῆς Ὑπαπαντῆς στή Μονή Ἁγίου Παύλου ὁ Γέρο-Ἰωσήφ ἔστειλε τόν Παπα-Χαράλαμπο νά λειτουργήσει. Ὁ Παπα-Χαράλαμπος τοῦ εἶπε ὅτι ἔχει λογισμούς, ἐπειδή θά συλλειτουργήσει μέ αὐτούς πού μνημονεύουν τόν Πατριάρχη. «Πήγαινε καί θά δεῖς κάτι», τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέρο-Ἰωσήφ. Ὁ Γέροντας φίλησε τό χέρι του καί πῆγε.

Ἐκείνη τήν ἡμέρα, μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας, ἡ ψυχή του αἰσθανόταν μιά ἰδιαίτερη ξηρασία καί δυσκολευόταν ἀσυνήθιστα νά λέει τήν εὐχή. Ὅταν, ὅμως, στή θεία Λειτουργία ἄκουσε τό «Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Ἀθηναγόρου», τόν περιέλουσε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν ξηρασία τῆς ψυχῆς του τήν μετέτρεψε σέ κατάνυξη καί θερμή προσευχή. Ἄρχισε τότε νά κλαίει μέ λυγμούς καί γιά νά μήν γίνει ἀντιληπτός ἀπό τούς ἄλλους Πατέρες, κρύφτηκε σέ μιά γωνιά. Αὐτό, ὅπως ἔλεγε ἀργότερα, ἦταν ἔνδειξη ὅτι διά τοῦ Πατριάρχου μεταδίδεται ἡ Θεία Χάρη σέ ὅλη τήν Λειτουργική Σύναξη. Καί ἄλλα πολλά σημεῖα τούς ἔδειχνε ὁ Θεός καί ἔτσι ἀργότερα ἦρθαν σέ πλήρη Ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅλους τούς ἄλλους Πατέρας τοῦ Ὄρους, μνημονεύοντας κανονικά τό ὄνομα τοῦ Πατριάρχου.

Στήν Νέα Σκήτη δημιουργήθηκαν ἀργότερα οἱ Συνοδεῖες τοῦ Παπα-Ἐφραίμ καί τοῦ Γέροντα Χαράλαμπου. Τὸ 1967 ὁ Γέροντας Χαράλαμπος ἐπάνδρωσε τό πλησίον τῶν Καρυῶν Χιλανδαρινό Κελλί τοῦ Ἁγίου Νικολάου Μπουραζέρι καί ἔφτασε νά ἔχει εἴκοσι ὑποτακτικούς. Καί ἐδῶ ὁ Γέροντας ἐφάρμοζε στή Συνοδεία του πολύ αὐστηρό πρόγραμμα προσευχῆς καί ὑπακοῆς. Στίς ἀκολουθίες εἶχε ὁρίσει νά μνημονεύεται ὁ Γερο-Ἀρσένιος, ἄν καί Γέροντας τῆς Συνοδείας του ἦταν ὁ ἴδιος. Ὡστόσο ἐκεῖνον ρωτοῦσε γιά ὅλα καί τοῦ φιλοῦσε εὐλαβικά τό χέρι, ὅταν ἦταν νά κάνει ὁτιδήποτε ἤ νά πάει ὁπουδήποτε.

Ὁ Γέροντας δούλευε σκληρά ὅλη μέρα. Καλλιεργοῦσε τούς μεγάλους κήπους πού εἶχαν, ἔκανε τό στοκάρισμα τῶν Εἰκόνων γιά τούς ἁγιογράφους ἀδελφούς καί μαγείρευε σχεδόν καθημερινά. Τό ἔτος 1975 χειροτονήθηκε Ἱερέας καί ὁ Παντελεήμων, καί λειτουργοῦσαν καί οἱ δυό καθημερινά, ὁ Γέροντας στόν ὑπόγειο Ναό τῆς Ἁγίας Σκέπης καί ὁ Παντελεήμων στόν ἐπάνω Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ὁ Γέροντας κατά τήν παραμονή του στό Μπουραζέρι συνδέθηκε ἰδιαίτερα μέ τόν Ὅσιο Παΐσιο. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος τόν ἀγαποῦσε πολύ καί τόν εἶχε σέ μεγάλη ὑπόληψη. Ἐκτιμοῦσε τήν καλή τάξη πού εἶχε στή Συνοδεία του καί πάντοτε μιλοῦσε μέ τά καλύτερα λόγια. Ἐρχόταν τακτικά τή νύχτα ἀπό τήν Παναγούδα στό Μπουραζέρι, γιά νά λειτουργηθεῖ.

Στό Μπουραζέρι ὁ Γέροντας εἶχε μία θεϊκή ὀπτασία, τήν ὁποία πάντοτε διηγοῦνταν μέ πολλή χάρη στούς προσερχόμενους προσκυνητές. Ἐνῶ καθόταν στό σκαμνί στό Κελλί του, ξαφνικά ἔνιωσε ὅτι «ἡρπάγη» στόν οὐρανό καί ἔβλεπε τή γῆ καί ὅλη τήν κτίση καί τά ὄντα πάνω σ’αὐτήν. Πλῆθος ὄντων βρίσκονταν στά βάθη τῆς θάλασσας, τὰ ὁποῖα ἦσαν πολλαπλάσια αὐτῶν πού βρίσκονταν πάνω στή γῆ. Στή συνέχεια ἡ θεϊκή ὅραση τοῦ ἔδειξε ὅτι τό πλάτος καί τό μῆκος, τό ὕψος καί τό βάθος τοῦ οὐρανοῦ, «ἄνω καί κάτω, δεξιά καί ἀριστερά» -ὅπως διηγοῦνταν χαρακτηριστικά- ὅσο ἄπειρο κι ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά χωρέσει τὴ μεγαλοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ἡ γῆ μας εἶναι τόσο μικρή, σάν νά ἀποτελεῖ «τὸ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τοῦ Θεοῦ», ὅπως ἀναφέρει ἡ Γραφή.

Τό ἔτος 1979 οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς Διονυσίου, οἱ ὁποῖοι ἔτρεφαν ἰδιαίτερο σεβασμό γιά τόν Γέροντα καί τή Συνοδεία του, ἦρθαν καί τόν παρακάλεσαν νά πάει μέ τή Συνοδεία του καί νά ἐπανδρώσει τή Μονή τους, πού ἔπασχε τότε ἀπὸ λειψανδρία. Ἄν καί ὁ Γέροντας δέν ἤθελε καθόλου νά χάσει τήν ἡσυχαστική του ζωή καί νά ἐπιφορτιστεῖ τίς διοικητικές μέριμνες τοῦ Ἡγουμένου, πιέστηκε ἀπό τή Συνοδεία του καί τό ἔκανε. Διαδέχθηκε τόν καλοκάγαθο Ἡγούμενο Ἐφραίμ καί ἐνθρονίστηκε τήν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Σκέπης.

Σέ ἕνα ἠχητικό ντοκουμέντο, σώζεται ἡ ὁμιλία του στήν Τράπεζα, κατά τήν ὁποία σύν τοῖς ἄλλοις ὑπόσχεται ὅτι θά φυλάττει ἀφοσίωση στή Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί στά Τυπικά τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σ’ αὐτήν τήν ἠχογράφηση ἀκούγεται καί ὁ μακαριστός Γέροντας Γαβριήλ νά μιλάει μέ θερμά λόγια γιά τόν Γέροντα καί τή Συνοδεία του, καθώς καί ὁ μακαριστός Γέροντας Γεώργιος, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου, πού ἦταν παρών.

Στή Μονή Διονυσίου ὁ Γέροντας διακρίθηκε γιά τή διακυβέρνηση τῆς ἀδελφότητος μέ ταπεινοφροσύνη πολλή καί σύνεση πνευματική. Διακρίθηκε ἐπίσης γιά τήν πατρική του στοργή πρός τούς ἀδελφούς καί τῆς δικῆς του καί τῆς παλαιᾶς Συνοδείας. Σταδιακά καθιέρωσε συχνότερη θεία Μετάληψη καί καθημερινή θεία Λειτουργία ἀπὀ ὅλους τούς Ἱερεῖς. Ἐπίσης καθιέρωσε τήν καθημερινή Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων, ἐκτός Δευτέρας, καθώς καί ἄλλες Ἑορτές Ἁγίων, ὅπως τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης, τοῦ Προφήτου Ζαχαρία, πατέρα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.

Τούς ὑποτακτικούς του τούς κατηύθυνε κυρίως μέ τήν ἀγάπη του καί μέ τό φιλότιμο, παρά μέ τήν αὐστηρότητα καί τίς ἐντάσεις. Ἡ πραότητα, ἡ ἀγάπη του καί ἡ στοργή του ὡς Γέροντα ἦταν παροιμιώδη. Ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του ἦταν ἀνοιχτή ὅλο τό εἰκοσιτετράωρο καί ὅποιος ἤθελε, χτυποῦσε χωρίς ἐνδοιασμό, γιά νά πεῖ τόν λογισμό του καί νά ζητήσει τή βοήθεια καί τή συμβουλή του.

Κάποτε ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε ὅτι τή νύχτα πρίν τήν ἀκολουθία πολεμήθηκε ἀπό ἔντονους σαρκικούς λογισμούς.

Ὁ Γέροντας τόν ρώτησε γιατί δέν ἦρθε νά τοῦ τό πεῖ. Ἦταν ἀκατάλληλη ὥρα καί δέν ἤθελε νά τόν ἀνησυχήσει, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός. Τότε ὁ Γέροντας μέ ἔντονο ὕφος εἶπε ὅτι, ὅταν ὑπάρχουν τέτοια θέματα, δέν θά διστάζει ποτέ. Νά χτυπᾶ τήν πόρτα του ὅ,τι ὥρα κι ἄν εἶναι.

Παράλληλα μέ τούς Μοναχούς ἐξομολογοῦσε καί πολλούς προσκυνητές. Ἐξομολογοῦσε ἀκόμα πολλοὺς Ἀρχιερεῖς, καί κυρίως τούς μακαριστούς Σιδηροκάστρου Ἰωάννη καί Σάμου Παντελεήμονα, οἱ ὁποῖοι ἔτρεφαν μεγάλο σεβασμό γιά τό πρόσωπό του καί πολλές φορές ἔφερναν καί τούς Κληρικούς τους, γιά νά τούς ἐξομολογήσει. Πολλοὺς Μοναχούς πού ἔφευγαν ἀπό τούς τόπους τῆς μετανοίας τους τούς ἐξομολογοῦσε, τούς στήριζε καί τούς ἔπειθε νά ἐπιστρέψουν στούς Γεροντάδες καί στή συνοδεία τους.

Ὡς Ἡγούμενος ὁ Γέροντας ἐλεοῦσε ἀδιακρίτως τούς ἀναξιοπαθοῦντες πού κατέφθαναν στή Μονή. Ἐπίσης ἀγαποῦσε νά στέλνει διάφορα εἴδη καί εὐλογίες στήν ἔρημο, στούς Κελλιῶτες Πατέρες γνωρίζοντας ὅτι πολλές φορές στεροῦνταν κάποια πράγματα, εἰδικά τότε πού τά μέσα συγκοινωνίας καί μεταφορᾶς ἦταν πιό δύσκολα.

Μέ τό νά ἐπωμισθεῖ ὅλες τίς μέριμνες τῆς Ἡγουμενίας στή Μονή Διονυσίου αἰσθανόταν ὅτι ἔχανε ἀπό τό πνευματικό πρόγραμμα στό ὁποῖο ἦταν συνηθισμένος τόσα χρόνια, καί αὐτό τόν στενοχωροῦσε. Ὅμως καί ἐδῶ εἶχε πνευματικές παρηγορίες, ὅπως τίς ἔλεγε, καί θεῖες παρακλήσεις. Ὅταν διάβασε τό βιβλίο μέ τόν βίο τοῦ Ἁγίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, βρῆκε σ’ αὐτό κυριολεκτικά τόν ἑαυτό του. Διαπίστωσε ὅτι εἶχαν ὅμοιες ἐμπειρίες καί βιώματα μέ τόν Ἅγιο.

Μέσα στό Κοινόβιο εἶχε πολλές στενοχώριες, κυρίως ὅταν κάποιοι ἀδελφοί τόν ταλαιπωροῦσαν μέ τήν παρακοή τους. Κάποτε στήν ἀγρυπνία τῶν Εἰσοδίων ὁ Γέροντας μετά τήν Εἴσοδο στόν ἑσπερινό, ὅπου ἔλαβε μέρος, πῆγε στό κελλί του, καί ἐπέστρεψε στό ναό στούς Αἴνους. Ἄλλες φορές περιερχόταν μέ τό κερί τὸ Καθολικό, ὅπως εἶναι συνήθεια στό Ὄρος, γιά νά δεῖ ποιοί ἀπουσιάζουν. Ἔβγαινε τότε τήν ὥρα πού διαβαζόταν τό πρῶτο ψαλτήρι, καί πήγαινε στό κελλί του ὅπου κάποιοι ἀδελφοί τοῦ ἐξαγορεύονταν τόν λογισμό τους. Ἐπέστρεφε στόν Ναό τό πολύ στήν ἕκτη ὠδή, καί πολλές φορές νωρίτερα.

Ἕνα πρωί κάποιος ἀδελφός τόν εἶδε λυπημένο καί ρώτησε τί τοῦ συνέβη. Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε τήν αἰτία: Κάποιος μεγάλος στήν ἡλικία ἀδελφός ἀπό τήν παλαιά Συνοδεία πῆγε στό κελλί του καί τοῦ μίλησε μέ ἀσυνήθιστη αὐθάδεια γιά διάφορα θέματα, πρᾶγμα πού τόν κράτησε τόση ὥρα ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί τόν ἀναστάτωσε ἀφάνταστα. Γιά τόν λόγο αὐτό ὅλη τή νύκτα τραβοῦσε κομποσχοίνι, γιά νά μήν πάθει κανένα κακό ὁ ἀδελφός ἐκεῖνος. Αὐτός ἦταν ὁ συνήθης τρόπος ἀντιδράσεως τοῦ Γέροντα σέ παρόμοιες καταστάσεις. Γνώριζε καλά τόν λόγο τοῦ Κυρίου «μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ» καί «νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τό κακόν».

Ὅταν ὁ Γέροντας ἔπαθε τό πρῶτο ἔμφραγμα τὸ 1987, ἄν καί ἀνάρρωσε ἀρκετά, αἰσθανόταν κουρασμένος. Θέλησε τότε χωρίς πίεση, οἰκειοθελῶς, νά παραιτηθεῖ ἀπό τά Ἡγουμενικά του καθήκοντα καί ὑπέδειξε ὡς διάδοχό του τόν Γέροντα Πέτρο, τόν ὁποῖο ἡ Ἀδελφότητα ἐξέλεξε ὡς νέο Ἡγούμενο.

Ἀπό σεβασμό πρός τόν Γέροντα Χαράλαμπο ὁ νέος Ἡγούμενος δέν τοῦ ἄλλαξε κελλί. Θέλησε νά διατηρήσει τό κελλί πού εἶχε ὡς Ἡγούμενος τόσα χρόνια, παρ’ ὅτι ἦταν κουραστικό γιά τόν νέο Γέροντα μαζί μέ τά πολλά του καθήκοντα καί τίς ἀκροάσεις νά ἔχει καί τόν θόρυβο τῶν πολλῶν ἐπισκεπτομένων τόν παλαιό Γέροντα. Ἀργότερα, βέβαια, λόγῳ ἀνακαινίσεως ὁ Γέροντας Χαράλαμπος μετακινήθηκε στό Κελλί τοῦ Ἁγίου Νήφωνος, στό ὁποῖο παρέμεινε μέχρι καί τή στιγμή πού ἀσθένησε καί τόν πήγαμε στό νοσοκομεῖο.

Κάποιος ἀδελφός ρώτησε τόν Γέροντα: «Πῶς αἰσθάνεσαι, Γέροντα, τώρα πού παραιτήθηκες ἀπό Ἡγούμενος;». Καί ὁ Γέροντας τοῦ ἀπάντησε μέ τή χαρακτηριστική του ἁπλότητα: «Οὔτε κατάλαβα πῶς ἔγινα Ἡγούμενος οὔτε πῶς ξέγινα».

Ὡς Προηγούμενος ὁ Γέροντας, ἄν καί ξαλάφρωσε ἀπό τά Ἡγουμενικά του καθήκοντα καί τίς μέριμνές τους, δέν ἔπαψε νά ἐξομολογεῖ καί νά παρηγορεῖ Μοναχούς καί προσκυνητές. Στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου δέν ἐρχόταν στόν ναό, τήν ἔκανε στό κελλί του μέ κομποσχοίνι. Ἐρχόταν στόν ἑσπερινό καί στή Θεία Λειτουργία. Τό ἀπόδειπνο τό διάβαζε στό κελλί του, ὅπως καί τήν ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως.

Πολλές φορές μᾶς ἔλεγε νά ἀγωνιζόμαστε τώρα πού εἴμαστε νέοι, γιατί τά γεράματα εἶναι δύσκολα. Μᾶς ἔλεγε ἐπίσης ὅτι στενοχωρεῖται πού δέν μπορεῖ νά κάνει μετάνοιες, ὅτι δέν ἔχει δάκρυα. Ἐμεῖς τοῦ λέγαμε χαριέντως ὅτι «τώρα τρώει ἀπό τά δουλεμένα», ἀλλά δέν συμφωνοῦσε καθόλου καί ἐλεεινολογοῦσε τόν ἑαυτό του κουνώντας χαρακτηριστικά τό κεφάλι του.

Ὁ Γέροντας ἀσθένησε στίς 9 Δεκεμβρίου, στή γιορτή τῆς Ἁγίας Ἄννης. Τότε ἦρθε ὁ ἱερομόναχος Δημήτριος ἀπό τή γειτονική Μονή Γρηγορίου καί τοῦ πρόσφερε τίς πολύτιμες ὑπηρεσίες του, μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον καί ζῆλο, ὅπως πάντα. Ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του ἦταν πολύ ἄσχημη. Τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἡ ὑγεία του εἶχε ἐπιδεινωθεῖ καί φαινόταν ὅτι πλησιάζει τό τέλος. Οἱ Πατέρες τοῦ ἔφεραν τὴν Ἁγία Δεξιά τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τήν προσκύνησε μέ εὐλάβεια καί συνῆλθε γιά λίγο. Μετά ἀπό δύο ἡμέρες μεταφέρθηκε μέ ἑλικόπτερο στό παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο στή Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ὁ Γέροντας πέρασε δύσκολες ἡμέρες.

Ὅπως εἴπαμε, λειτουργοῦσε καθημερινά, μέχρι τήν στιγμή πού ἔπαθε τό πρῶτο ἔμφραγμα τό 1987. Ὅταν βελτιώθηκε κάπως ἡ ὑγεία του, ἤθελε πάλι νά λειτουργεῖ καθημερινά στά Παρεκκλήσια, ὅπως πρῶτα, ἀλλά οἱ γιατροί καί οἱ Πατέρες δέν τοῦ τό ἐπέτρεψαν, γιά νά μήν κουράζεται. Ὅμως, ἦταν ἀδύνατο νά στερηθεῖ ὁ Γέροντας τή Μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Καθημερινά πήγαινε στή Λειτουργία στό Παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου καί κοινωνοῦσε ἀνελλιπῶς. Στή νέα του περιπέτεια καί δοκιμασία οἱ πατέρες πού τόν διακονοῦσαν φρόντισαν νά ἔρχονται καθημερινά γνωστοί Ἱερεῖς καί νά τόν μεταλαμβάνουν, καί αὐτό τοῦ ἔδινε μεγάλη παρηγορία καί ἀπερίγραπτη χαρά στίς ὠδίνες τῆς ἀσθένειας.

Στὸ Νοσοκομεῖο τόν ἐπισκέφθηκαν κάποια μέρα τρεῖς εὐλαβεῖς Ἱερεῖς, γνωστοί του, καί τοῦ ἔκαναν Ἅγιο Εὐχέλαιο. Αὐτό τόν βοήθησε νά ξεχάσει κάπως τούς πόνους του καί νά αἰσθανθεῖ ἰδιαίτερη παρηγορία.

Τήν τελευταία ἡμέρα ὁ Γέροντας ἦταν πολύ εὐδιάθετος καί εἶχε μεγάλη ὄρεξη γιά φαγητό, ἐνῶ καθημερινά τοῦ δίναμε μέ τή βία νά φάει, γιά νά παίρνει τά πολλά φάρμακά του. Τήν περισσότερη ἡμέρα τήν πέρασε στήν πολυθρόνα καί ἀργά τό βράδυ τόν βάλαμε νά κατακλιθεῖ.

Λίγο πρίν τά μεσάνυκτα ὁ διακονητής ἀδελφός πού ἀγρυπνοῦσε κοντά του διαπίστωσε ὅτι ὁ Γέροντας δέν κοιμόταν, ἀλλά φαινόταν νά συνομιλεῖ μέ κάποιον ψιθυρίζοντας καί κουνώντας τά χέρια. Κάποια στιγμή ὁ Γέροντας ἔβγαλε ἕνα δυνατό ἐπιφώνημα. Ὁ ἀδελφός ἔτρεξε καί ρώτησε τί συμβαίνει. Μετά ἀπό μεγάλη καθυστέρηση τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας, δίνοντας τήν αἴσθηση ὅτι βρισκόταν κάπου ἀλλοῦ.

‒ Γέροντα, πονᾶς πουθενά, θέλεις τίποτε; τόν ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός.

‒ Ὄχι, ὄχι, καλά εἶμαι. Σέ φώναξε κανένας; ρώτησε τώρα ὁ Γέροντας.

Καί ὁ ἀδελφός γεμᾶτος ἀπορία εἶπε:

‒ Καλά, Γέροντα, κοιμήσου, ξεκουράσου.

Φίλησε τό χέρι τοῦ Γέροντα καί ἐκεῖνος τόν εὐλόγησε γιά τελευταία φορά.

Σέ λίγο ξανακούστηκε ἐντονότερο τό ἐπιφώνημα ἀπό τόν Γέροντα δύο-τρεῖς φορές καί ἄνοιξε διάπλατα τήν ἀγκαλιά του, σάν νά ἀγκάλιαζε κάποιον. Καί ἐνῶ ἦταν ξαπλωμένος, ἀνακάθησε μόνος του στό κρεβάτι, πράγμα ἀσυνήθιστο, γιατί πάντα μέ πολλή δυσκολία καθόταν στό μαξιλάρι καί μόνον ὅταν τόν ἀνασήκωνε κάποιος. Ὁ ἀδελφός ἔτρεξε ἀμέσως καί τοῦ ἔβαλε τό ὀξυγόνο πού εἶχε βγεῖ καί τότε εἶδε τά μάτια του σιγά-σιγά νά σβήνουν, καθώς τόν κοιτοῦσε.

Ἔτρεξαν οἱ γιατροί, οἱ νοσοκόμοι μέ μηχανήματα καί ἠλεκτροσόκ, ἀλλά ὁ Γέροντας εἶχε ξεψυχήσει. Ἦταν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 2001.

Ἀμέσως οἱ διακονητές τοῦ Γέροντα συνέστειλαν τό σκήνωμά του καί, ἄν καί μεταμεσονύκτιες οἱ ὧρες, τό μετέφεραν στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου Δενδροποτάμου, ὅπου ἔγινε θεία Λειτουργία. Τά ξημερώματα πῆγαν τό σκήνωμά του στό Μοναστήρι, παρά τίς ἀντίξοες καιρικές συνθῆκες-ὅπως τό εἶχε προείπει ὁ Γέροντας τήν προηγούμενη ἡμέρα. Τό κράτησαν ἄλλη μιά νύχτα οἱ πατέρες, γιά νά διαβάσουν κατά τήν τάξη τό ψαλτήριο, καί ἐτάφη τήν ἑπόμενη ἡμέρα. Παρόλο πού ὁ Γέροντας ἔμεινε δύο ἡμέρες ἄταφος, καί παρά τόν χιονιά πού εἶχε τήν ἡμέρα ἐκείνη, κατά κοινή ὁμολογία τό σῶμα του ἦταν εὔκαμπτο καί ζεστό.

Τό Τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του ἔγινε ἀκριβῶς στήν Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, μετά τήν ἀγρυπνία. Ὁ Γέροντας Πέτρος καί ἡ Σύναξη ἔλαβαν ἀργότερα ἀπόφαση νά τελεῖται κάθε χρόνο ἀγρυπνία ὑπέρ ἀναπαύσεώς του τήν 1η Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του καί ἑορτή τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Παναγίας, στόν Ναό τῆς ὁποίας λειτουργοῦσε καθημερινά στό Μπουραζέρι.

Ἔτσι τελείωσε τήν ἐπί γῆς παροικία του ὁ μακαριστός καί ἀλήστου μνήμης Γέροντας Χαράλαμπος, ὁ ἄνθρωπος πού ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τόν Χριστό καί τίς ἐντολές Του, καί μαζί μέ τόν Προφήτη Δαβίδ ἔλεγε πάντοτε νοερά: «Ὁ νόμος σου μελέτη μού ἐστιν».

Στά πνευματικά του παιδιά ἰδιαιτέρως ἀλλά καί σέ ὅλους –οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ἀνήκουν σέ ὅλους, καί ὅλοι τούς ἀνήκουν ἀγαπητικά– ὁ Γέροντας ἄφησε πνευματική παρακαταθήκη τήν ἴδια τή ζωή του καί τό ἔμψυχο παράδειγμά του.

Μᾶς δίδαξε μέ τή ζωή του τόν λόγο τοῦ Παύλου «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἕκαστος».

Δέν ἔδειξε ποτέ ἴχνος φιλαυτίας καί περιποίησης τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἀντίθετα ἔδειξε μεγάλη ἐπιμέλεια στή συμπαράσταση -ὑλική καί ἠθική- τοῦ κάθε ἀνθρώπου, σέ κάθε περίπτωση καί σέ κάθε εὐκαιρία.

«Γλυκύ μελέτημα τῆς καρδιᾶς του», ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἦταν ὁ Χριστός σέ ὅλη τήν ἔνθεη ζωή του. Ἡ μνήμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ ρύθμιζε ὅλες τίς κινήσεις τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός του.

Τόν χαρακτήριζε ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος: «Μοναχισμός ἐστι βία φύσεως διηνεκής καί φυλακή αἰσθήσεων ἀνελλιπής». Ἦταν βιαστής καί ἀγωνιστής πού δέν γνώριζε τή νωθρότητα καί τήν ἀκηδία, ἀπό τήν ὁποία κυριευόμαστε πολλές φορές ἐμεῖς.

Εἰρηνικός καί πρᾶος ὅσο λίγοι εἵλκυσε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, κατά τόν λόγο τοῦ προφήτου: «ἐπί τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ’ ἤ ἐπί τόν πρᾶον καί ἡσύχιον καί τρέμοντά μου τούς λόγους;».

Εἶχε ταπείνωση μοναδική καί ἔμπρακτη, καί ἀνεξικακία ἄμετρη. Ἤξερε μόνο νά συγχωρεῖ καί νά προσεύχεται «ὑπέρ τῶν ἐπηρεαζόντων», κατά τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ.

 

Τώρα πού ἀναπαύεται

στὴ γῆ τῶν πραέων,

«ὅπου ἦχος καθαρός ἑορταζόντων»,

τοῦ ζητοῦμε

νά εὔχεται ὁ Θεός νά μᾶς ἐλεήσει

μέ τό πλούσιο ἔλεός του,

γιά νά βάλουμε καί ἐμεῖς ἀρχή μετανοίας καί νά εὐαρεστήσουμε ἐνώπιόν του.

Ἀμήν.

 

Ἡ Ἀδελφότης τῆς Ἱ. Μονῆς Διονυσίου